
Και να που φτάσαμε στα μέσα του καλοκαιριού, έχοντας ήδη περάσει δύο καύσωνες. Έναν κανονικό και έναν πιο light. Και ποιος ξέρει; Μέχρι την Τετάρτη ίσως δροσιστούμε από μια καλοκαιρινή βροχούλα. Ίσα -ίσα να μας βγάλει από το πρόγραμμα και να μας αποτρέψει λίγο από τη θάλασσα.
Οι εκδρομείς συνεχίζουν να φεύγουν κατά κύματα- τσουνάμι πάντως δεν το λες- και οι θερινοί ρυθμοί συνεχίζονται. Όχι όμως ανέμελα και ξένοιαστα. Πάει καιρός που η καλοκαιρινή ραστώνη ήταν μια μακρά καθημερινότητα, στην οποία είμαστε «βουτηγμένοι» για ένα τρίμηνο. Χωρίς κόστος, χωρίς απώλειες, χωρίς φθορές.
Τα καλοκαίρια μας άλλαξαν, όπως και η ζωή μας 12 μήνες τον χρόνο.
“Και διηγώντας τα να κλαις”, φέρνοντας στο μυαλό σου εκείνη τη χρυσή ή επίχρυση για κάποιους τριακονταετία, που άλλοι θυμούνται με ενοχές και άλλοι αναπολούν με μια γλυκόπικρη γεύση. Καλά τη φάγαμε, καλά την ήπιαμε… ετσά είναι αυτά, όπως θα έλεγε και ο αείμνηστος Μανόλης Ρσούλης.
Και τώρα τι; Μεγαλώνουμε, κάποτε συμβιβαζόμαστε με τη σκληρή πραγματικότητα και προχωράμε. Όπως - όπως, χωρίς όνειρα, με λιγότερα σχέδια και ελάχιστες σκέψεις. Το «μέρα που περνά δεν ξαναπερνά», αντικαταστάθηκε από το «δεν πειράζει και αύριο μέρα είναι». Λες και αύριο θα μπορέσουμε να κάνουμε όσα δεν κάναμε και δεν ζήσαμε σήμερα. Το ξέρουμε καλά, ούτε αύριο θα κάνουμε κάτι. Γιατί εδώ δεν ισχύει το «όποιος δεν θέλει να ζυμώσει πέντε μέρες κοσκινίζει». Άμα σου λείπει το αλεύρι και το κόσκινο μαζί, ψωμί δεν θα φας.
Μακριά από μένα οι πεσιμισμοί, αλλά έτσι έγινε η ζωή των περισσοτέρων. Και όποιος δεν το βλέπει, δεν… αγαπά τη θάλασσα. Διότι αν την αγαπούσε θα ήξερε από βουτιές και θα έκανε μερικές στον ρεαλισμό!
Παρά ταύτα, δεν μπορεί να είναι όλα μαύρα, διότι ύστερα από 7 χρόνια με μνημόνια και τα συμπαρομαρτούντα έπρεπε να είχαμε μείνει οι μισοί. Και όμως οι περισσότεροι είμαστε ακόμα εδώ… και αυτό το καλοκαίρι! Συνεπώς, κάποια αόρατη δύναμη, που μπορεί να είναι και εσωτερική, μάς στηρίζει και μας ωθεί να πάμε παραπέρα, έστω και αν η καθημερινότητά μας είναι γεμάτη Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες.

