Του Γιάννη Ζωράκη

Αυτές τις ημέρες θέλω δεν θέλω - μπαίνω στη διαδικασία να θυμάμαι τις αγωνίες, τα ξενύχτια και τους προβληματισμούς των πανελληνίων.

Ακόμα κι αν έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τότε που βρέθηκα αντιμέτωπος με τα τετράδια των πανελληνίων, τον κόμπο στο στομάχι και την πρωινή ζάλη της επανάληψης, όλα φαίνονται σαν χθες. Θυμάμαι αξέχαστα να δίνω δυο φορές πανελλήνιες, μια στη Βʼ Λυκείου και μια στη Γʼ. Θυμάμαι αξέχαστα να κρίνεται η είσοδος μου στο πανεπιστήμιο από την περιγραφή της ζωής του καλού μουσουλμάνου και τις κινήσεις των πλανητών. Ένα σύστημα τόσο άκυρο, αλλά όχι τόσο αγχωτικό όσο το τωρινό. Συνολικά έδωσα 31 μαθήματα, μαζί με τα ειδικά. Για να επιτύχω την είσοδο σε μια σχολή που άγγιζε το 20, αλλά σήμερα δεν αξίζει σχεδόν τίποτα πρακτικά και βαθμολογικά.

Κι αφού έχει καταλαγιάσει αυτή η σκόνη κι έχω ονειρευτεί σαν εφιάλτη τις πανελλήνιες αρκετές φορές, νομίζω πως μπορώ κάποια πράγματα να πω. Αυτό το σύστημα στο οποίο εξετάζονται οι υποψήφιοι πανελλαδικά είναι κατά την ταπεινή μου άποψη ψυχοφθόρο, ανούσιο και αντιπαιδαγωγικό. Κι όμως… αναγκάζουμε τους υποψήφιους να το υπηρετούν, τους γονείς να αγωνιούν, τους καθηγητές να πασχίζουν να προπονήσουν για το απόλυτο.

Αναρωτιέμαι γιατί; Γιατί όλη αυτή η ενέργεια των παιδιών να μη γίνει παραγωγική; Και γιατί να μη δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για τη σύνδεση της παιδείας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την καινοτομία, την εξειδίκευση, την παραγωγή; Τα ερωτήματα δεν είναι νέα. Θυμάμαι απασχολούν διαχρονικά.

Οι απαντήσεις όμως δεν απασχόλησαν ποτέ σοβαρά κανέναν. Κάθε υπουργός Παιδείας ήθελε να αφήσει το στίγμα του στην καταστροφή. Κοιτούσαμε το πολιτικό κόστος ή όφελος κι αδιαφορούσαμε για τα παιδιά.

Μήπως όμως επιτέλους έχει έρθει η ώρα για επαναδιαπραγμάτευση της παιδείας συνολικά; Μήπως να δώσουμε συνολικά και όχι πολιτικά μια ουσιώδη λύση για το θέμα της παιδείας, που θα αξιοποιεί συνεργασίες και συνενέργειες και όχι πολιτικές;