Της Κατερίνας Μυλωνά

Σε επαγρύπνηση βρίσκο-νται εκπαιδευτικοί και γονείς στο Ηράκλειο προκειμένου να εντοπίσουν ύποπτα σημάδια στη συμπεριφορά, ακόμα και στο σώμα ενός εφήβου, που να μαρτυρούν ότι έχει πέσει θύμα της «μπλε φάλαινας» ή κάποιου άλλου επικίνδυνου διαδικτυακού παιχνιδιού. «Χρειάζεται να είμαστε δίπλα τους», τονίζει στην «Π» η υπεύθυνη του Συμβουλευτικού Σταθμού Νέων Ηρακλείου, κ. Μαρία Παναγιωτάκη.

Ο κ. ΡηγάκηςΟ κ. Ρηγάκης

Συναγερμός στα σχολεία

«Είμαστε σε επιφυλακή και εγρήγορση για να μην διαχυθεί το φαινόμενο, πέρα από τις μία με δύο καταγγελίες που έχουν γίνει σε επίπεδο Κρήτης, και το πρόβλημα γενικευτεί», αναφέρει ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Ηρακλείου, κ. Ζαχαρίας Ρηγάκης. Ξεκαθαρίζει πως κανένα περιστατικό στο Ηράκλειο δεν έχει εξακριβωθεί και οι καθηγητές με τους διευθυντές των σχολείων δρουν σε προληπτική βάση, «προσπαθούμε να προλάβουμε πριν εξαπλωθεί ή δημιουργηθεί ένα ντόμινο στα σχολεία. Η οδηγία που έχουμε είναι αν υποπέσει στην αντίληψή μας το οτιδήποτε, να δράσουμε αμέσως και να ενημερώσουμε τους διευθυντές και τη διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και η όποια παρέμβαση θα γίνεται πάντα με διακριτικό τρόπο», τονίζει.

Η κ. ΠαναγιωτάκηΗ κ. Παναγιωτάκη

Τι να προσέξουν οι γονείς

Η κ. Παναγιωτάκη αναφέρει πως είναι απολύτως κατανοητές οι ανησυχίες των γονέων και των εκπαιδευτικών, μια και σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα, πρόκειται για ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο παιχνίδι. Τονίζει πως εκείνο που ωφελεί σε αυτές τις περιπτώσεις είναι η σύνεση και η ψυχραιμία. Οι γονείς μπορούν να προστατεύσουν τα παιδιά με διάφορους τρόπους. «Ο ένας δρόμος, ο πρώτος και σημαντικότερος, είναι συναισθηματικός. Χρειάζεται να είμαστε δίπλα τους. Όχι να υπάρχουμε απλώς, αλλά να είμαστε επί της ουσίας. Να ακούμε τις ανάγκες τους, να τα στηρίζουμε, να τα εμψυχώνουμε. Σχέση καλής επικοινωνίας και αποδοχής. Έτσι, περιορίζουμε τις πιθανότητες να καταφύγουν τα παιδιά σε επικίνδυνες συμπεριφορές και να αναζητήσουν αναγνώριση μέσα από αμφίβολες πρακτικές», εξηγεί η κ. Παναγιωτάκη.

Τονίζει πως συχνά τα παιδιά καταφεύγουν σε ανορθόδοξες συμπεριφορές –και εξαρτητικές- σε μια προσπάθεια να διαχειριστούν τα συναισθήματα, τους φόβους τους και τις εντάσεις της εφηβείας. «Να είμαστε εκεί και να αντέχουμε τον μπερδεμένο έφηβο. Να μην χρειαστεί να κατευθυνθεί αλλού. Όχι παραμέληση, όχι τραυματισμός της αυτοεκτίμησης των παιδιών», συνιστά η ίδια.

Παράλληλα, πρέπει να «διδάσκουμε» τα παιδιά μας με τις πράξεις μας, με το δικό μας παράδειγμα δηλαδή, ότι υπάρχει μια πιο αυθεντική ζωή που αξίζει κανείς να τη ζει, πέρα από τα ψηφιακά παιχνίδια δηλαδή, αλλά μέσα στη χαρά της παρέας και της φύσης, στη δύναμη του αθλητισμού και στην εκφραστικότητα της τέχνης.

«Ο άλλος δρόμος, ο δεύτερος, είναι γνωστικός. Ενημερώνουμε τα παιδιά και δίνουμε απαντήσεις στις ερωτήσεις τους. Μιλάμε για την επικινδυνότητα ορισμένων παιχνιδιών, εξηγούμε τη σκοπιμότητα που εξυπηρετούν. Δυναμώνουμε τα παιδιά με τη γνώση. Προϋπόθεση να είμαστε εμείς οι ίδιοι καλοί χρήστες του διαδικτύου και επαρκώς πληροφορημένοι. Επιπλέον, διαχειριζόμαστε τον χρόνο τους στο διαδίκτυο με κοινή συμφωνία και σαφή οριοθέτηση. Έχουμε τον νου μας όταν το παιδί περιηγείται στο διαδίκτυο. Όχι «αστυνομεύοντάς το», αλλά ανοίγοντας διάλογο μαζί του. Μακριά οι ακραίες, αυταρχικές συμπεριφορές», αναφέρει η κ. Παναγιωτάκη.

Διευκρινίζει πως πρόκειται για μια γενιά που μεγαλώνει αλλιώς, που αναπτύσσεται διαφορετικά και χρειάζεται οι μεγαλύτεροι να μην παραμένουν ψηφιακά αναλφάβητοι αλλά να ακολουθούν τους ρυθμούς της εποχής για να μπορούν να συνομιλούν και μʼ αυτούς τους όρους με τα παιδιά τους.

Το σημαντικότερο πάντως είναι η καλή, αρμονική σχέση με τα παιδιά, αυτή είναι το θεμέλιο της πρόληψης, αυτή είναι η βάση για μια υγιή και ασφαλή ανάπτυξη των παιδιών.

Αναφέρει πως, ευτυχώς, δεν υπάρχει κάποιο περιστατικό στο Ηράκλειο, δεν έχει αναφερθεί περίπτωση εφήβου που να παίζει αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο παιχνίδι. «Ας ευχηθούμε να κρατούν γερά οι δεσμοί της επικοινωνίας και της ψυχικής επαφής στις οικογένειες του τόπου μας. Να προλαβαίνουμε τις ατραπούς και να προστατεύουμε τα παιδιά μας», καταλήγει η κ. Παναγιωτάκη.