
Πάντα έβλεπα με συμπάθεια και συμπόνια όσους χρειάστηκε να «ξεριζωθούν» για να σωθούν, για να ζήσουν με αξιοπρέπεια, για να νιώσουν ελεύθεροι. Πάντα έβαζα τον εαυτό μου στη θέση του Αλβανού μετανάστη που άφησε την πατρίδα του γιατί δεν είχε δουλειά, του Σύρου που εγκατέλειψε την πόλη του γιατί υπήρχε κίνδυνος να τον σκοτώσουν, του Τούρκου που δεν ανεχόταν την καθεστωτική καταπίεση και την «έκανε» από την κόλαση του Ερντογάν.
Το ερώτημα που με βασάνιζε ήταν και εξακολουθεί να είναι «τι θα κάνω εάν χρειαστεί να εγκαταλείψω την Κρήτη, την Ελλάδα;» Ένα ερώτημα που συνοδεύεται και από μια ευχή: Nα μην χρειαστεί ποτέ να βρεθώ σε αυτή τη θέση. Έχοντας λοιπόν αυτή την επιθυμία, φρικάρω με όλους εκείνους τους «πατριώτες», τους «πιστούς χριστιανούς», τους «έντιμους Ελληναράδες» που θεωρούν ότι άτιμοι και κακοί είναι μόνο οι ξένοι… Ότι οι καλοί είναι μόνο οι Έλληνες…
Στην αρχή ανακατευόμουν αλλά πλέον γελάω με τη ρητορική μίσους που κατακλύζει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και μάλιστα από άτομα που έχουν νιώσει στο πετσί τους τον ρατσισμό, θεωρούν όμως τους εαυτούς τους ανώτερους και τους αλλοδαπούς κατώτερους και ανίκανους.
Πριν λίγους μήνες είχαß την τύχη να γνωρίσω δύο ανθρώπους που μου επιβεβαίωσαν αυτό που πάντα πίστευα: Ότι παντού υπάρχουν και καλοί και κακοί… Η παρέα που έκανα με τη μουσουλμάνα Αρίζ από τη Συρία με έκανε να καταλάβω ότι η αξιοπρέπεια δεν έχει υπηκοότητα, αλλά ούτε η ευγένεια και η καλοσύνη. Το ότι το φιλότιμο, η ντομπροσύνη και η τιμιότητα δεν είναι μόνο ελληνικό «προνόμιο» μου το απέδειξε ο Αλβανός φίλος μου, ο Χρήστος, ο πιο εργατικός άνθρωπος που έχω δει και από τους καλύτερους οικογενειάρχες που έχω συναντήσει.
Και τα λέω όλα αυτά γιατί το διαφορετικό δεν πρέπει να το φοβόμαστε. Πρέπει να το δεχόμαστε και να το κατανοούμε. Άλλωστε κι εμείς διαφορετικοί είμαστε στα δικά τους μάτια.

