Της Λίλιαν Δαφερμάκη

Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που ακούω τη λέξη “ανάπλαση”, τρέμει το φυλλοκάρδι μου και το πρώτο πράγμα που σκέφτομαι είναι: «Για να δούμε τι θα πάθουμε!».

Η πολλά υποσχόμενη λέξη «ανάπλαση» διαχρονικά λεηλατήθηκε χειραγωγικά για τις ανάγκες ωραιοποίησης των πολιτικών βιογραφικών των δημοτικών αρχών. Έτσι ονομάστηκε «ανάπλαση» μια απλή διαχειριστική παρέμβαση για την αποκατάσταση ενός πεζοδρομίου ή η ασφαλτόστρωση ενός δρόμου γεμάτου μπαλώματα.

Τα έργα των αναπλάσεων και των μεγάλων παρεμβάσεων στο Ηράκλειο παραδοσιακά δεν έχουν ακολουθήσει την κουλτούρα του δημόσιου διαλόγου, (παρά τα προφανή και αυταπόδεικτα οφέλη του) για τις ανάγκες της καταγραφής των πραγματικών αναγκών της πόλης. Αυτό δεν συνδέεται μόνο με τη διαχρονικά καταγεγραμμένη δυσκολία των δημοτικών αρχών να αντέχουν τον διάλογο, την αναμέτρηση των επιχειρημάτων και των διαφορετικών προσεγγίσεων.

Κατά βάση συνδέεται με την κεκτημένη ταχύτητα των δημοτικών αρχών να δώσουν το πολιτικό τους στίγμα, προσβλέποντας σε μια υψηλή βαθμολογία στο πεδίο της παραγωγικότητας και σε κάποιες περιπτώ- σεις της κάλυψης των αναγκών των «ημετέρων», που δεν ταυτίζονται με τις ανάγκες της κοινωνίας.

Η αντίληψη αυτή, η οποία παγιώθηκε ως κυρίαρχη στο πέρασμα των χρόνων, είχε σαν αποτέλεσμα να βγαίνουν από το συρτάρι παλιές μελέτες, να δημοπρατούνται έργα όπως-όπως, με σκοπό να ανοίγουν συνεχώς εργοτάξια, να πέφτει μπετόν, κυβόλιθος και μάρμαρο…που έχει αναχθεί σε κεντρικό δείκτη αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των δημοτικών αρχών.

Έτσι εκ των υστέρων και αφού γίνουν οι πανηγυρικές ανακοινώσεις της επίσημης παράδοσής τους, βρισκόμαστε ουκ ολίγες φορές μουδιασμένοι απέναντι στο αισθητικό και το λειτουργικό αποτέλεσμα που προκύπτει, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις δημιουργεί περισσότερα προβλήματα σε σχέση με αυτά που θεωρητικά θα έλυνε. Κάπως έτσι ξεκινούν νέες παρεμβάσεις για να αποκαταστήσουν προβλήματα που δημιούργησαν οι προηγούμενες και ανοίγουν νέοι κύκλοι εργασιών.

«Ανάπλαση» στην «ανάπλαση», η πόλη εξακολουθεί να πληρώνει ακριβά την παγιωμένη νοοτροπία των αυτοδιοικητικών «έργο να ʼναι κι ό,τι να ʼναι…».