
Ο μαστρο-Γιώργης έχει τέσσερα παιδιά. Το στερνοπούλι βάλθηκε να σπουδάσει δημοσιογραφία. Πήδηξε ο μάστορας στο ταβάνι. Δημοσιογραφία; Τι ήταν αυτό; Αυτός μόνο από σκαλωσιές και μπετόν ήξερε. Ούτε το δημοτικό δεν είχε βγάλει. Ήθελε να σπουδάσει η κόρη του, μα κάτι πιο κοντά στην πραγματικότητά του. «Ξέχασέ το» της διαμήνυσε. «Εμείς δεν έχουμε κύκλο, ούτε γνωριμίες…πού θα πας ξυπόλυτη στα αγκάθια;» φώναζε ανένδοτος.
Και εκείνη κλείστηκε στο δωμάτιο και πλάνταξε στο κλάμα. Τις επόμενες ημέρες έκανε μούτρα στον πατέρα της. Κουβέντα δεν αντάλλασσαν. Και ο μαστρο-Γιώργης ήταν και βαρύς χαρακτήρας. Λάτρευε τα παιδιά του, όμως δεν ήταν εκδηλωτικός. Προσγειώθηκε στην ζωή του άτσαλα από τότε που φορούσε κοντά παντελονάκια και τον «χτύπησε» η ορφάνια. Σε ένα μήνα ο μαστρο-Γιώργης μάζεψε τα μπογαλάκια του για την Γερμανία. Η οικοδομή στην Ελλάδα είχε βαλτώσει και η ξενιτειά ήταν μονόδρομος. Η κόρη του σχεδόν δεν κατάλαβε το πότε βρέθηκε στην Αθήνα να σπουδάζει δημοσιογραφία και το πώς εκείνος, στα 54 του χρόνια, βρέθηκε εργάτης στη Δρέσδη για το χατίρι της, χωρίς ποτέ μα ποτέ να πει το παραμικρό.
Στα μάτια του η δημοσιογραφία ήταν μόνο για τα «ψηλά σαλόνια» και όχι για τη φτωχολογιά. Έμεινε νύχτες άυπνος. Δεν θα στεκόταν εμπόδιο στο όνειρο της και ας είχε σφοδρές αντιρρήσεις. Ήθελε να της δώσει την ευκαιρία που δεν είχε εκείνος. Ήθελε να κάνει το χρέος του.
Μόλις τελείωσε τις σπουδές της, ο μαστρο-Γιώργης έριξε μαύρη πέτρα στη Γερμανία και επέστρεψε στο σπίτι του. Είχε κάμει αυτό που έπρεπε. Από τότε έχουν περάσει 20 χρόνια. Η κόρη του, δημοσιογράφος πια, πολλές φορές συγκινείται συνειδητοποιώντας αυτό που δεν είχε αντιληφθεί όταν για πρώτη φορά σάλπαρε για τη φοιτητική της ζωή. Εκείνος το θεωρούσε χρέος, εκείνη το λέει θυσία. Ίσως η αγάπη είναι η πιο κατάλληλη λέξη. Ποτέ δεν το συζήτησαν. Ξέρουν και οι δύο μέσα τους!

