
Της ʽΑννας Κωνσταντουλάκη
Μια Ηρακλειώτισσα, η επίκουρη καθηγήτρια Νεοελλη- νικής Ιστορίας και Γλώσσας Τατιάνα Μαρκάκη, παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην χάραξη εκπαιδευτικής πολιτικής στην Ολλανδία, καθώς είναι πρόεδρος του τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ και με προσπάθειες ετών «έσωσε» το τμήμα από τη συρρίκνωση και την κατάργησή του.
«Το να βλέπω ένα ονομαστό τμήμα με μακρά παράδοση (λειτουργεί από το 1947) με διεθνή ακτινοβολία στην Ευρώπη να φθίνει ήταν κάτι που με πονούσε πολλά χρόνια. Μόλις η Φιλοσοφική μού ανέθεσε διευθυντικά καθήκοντα το 2012, ανέλαβα δράση για να αναστρέψω αυτή τη φθίνουσα πορεία» μας λέει η Τ. Μαρκάκη, η οποία μιλά στην «Π» για τη διαδρομή της και τη δουλειά της σήμερα στην Ολλανδία σε ένα απαιτητικό, πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό περιβάλλον.
Ζει στο Άμστερνταμ μαζί με τα δυο παιδιά και τον Ολλανδό σύζυγό της και όπως σημειώνει, η εργασία της τη γοητεύει και, την ικανοποιεί ιδιαίτερα.
Όπως και το γεγονός ότι εκεί που τα περισσότερα τμήματα Νεοελληνικών σε διάφορα Πανεπιστήμια της Ευρώπης κλείνουν, στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ ανοίγει θέση καθηγητή.
Υποτροφία
Η Τάνια Μαρκάκη, η οποία σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Αθηνών και Κρητολογικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ, σημειώνει:
“Στο Άμστερνταμ βρέθηκα με υποτροφία της ολλανδικής κυβέρνησης το 1991 και έκτοτε παρέμεινα για πολλούς λόγους: η προσωπικότητα και οι γνώσεις του μέντορά μου βαν Χέμερτ, η γνωριμία μου πολύ νωρίς στο πανεπιστήμιο με τον Ολλανδό σύζυγό μου και οι άπειρες δυνατότητες προσωπικής και επαγγελματικής εξέλιξης που μου έδινε το Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ με γοήτευσαν.
- Τώρα είμαι πρόεδρος/διευθύνουσα του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Άμστερνταμ, επίκουρη καθηγήτρια Νεοελληνικής Ιστορίας και Γλώσσας με ειδίκευση στη Βενετοκρατία στην Κρήτη. Ταυτόχρονα όμως, ειδικά τα τελευταία 5 χρόνια, έχω υψηλά διοικητικά καθήκοντα τόσο μέσα στο δικό μας Τμήμα, όσο και σε επίπεδο Φιλοσοφικής Σχολής και ολόκληρου του Πανεπιστημίου, καθώς είμαι και αιρετό μέλος στο Δ.Σ. του Κεντρικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου και στο Ανώτατο Συμβούλιο της Φιλοσοφικής. Στο Κεντρικό Συμβούλιο που λαμβάνει μέρος στη λήψη αποφάσεων σε επίπεδο πρυτανείας είμαι εκπρόσωπος μελών ΔΕΠ και από τις 7 Σχολές του Πανεπιστημίου (δηλ. όχι μόνο από τη Φιλοσοφική, αλλά και από τις Κοινωνικές Επιστήμες, τις Θετικές Επιστήμες, τη Νομική, το Οικονομικό, την Ιατρική και την Οδοντιατρική) και από ένα μεγάλο εθνικό συνδικάτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Εκπροσωπώ δύο πλατφόρμες ταυτόχρονα στις διαπραγματεύσεις που έχουμε καθημερινώς με το Συμβούλιο του Ιδρύματος και την Πρυτανεία: το εθνικό συνδικάτο VAWO (με χιλιάδες μέλη σε όλη τη χώρα) και εκατοντάδες προοδευτικούς συναδέλφους ΔΕΠ του UvA που ενώθηκαν το 2015 και πέτυχαν μέσω καταλήψεων και διαλόγου μεγάλες αλλαγές μέσα στη δομή του πανεπιστημίου Άμστερνταμ και γενικότερα στη δομή των ΑΕΙ στην Ολλανδία. Οι εβδομαδιαίες συσκέψεις μας αφορούν θέματα πολιτικής στην εκπαίδευση, στην έρευνα και σε θέματα προσωπικού. Έχουμε επίσης τακτική ανταλλαγή απόψεων και ψηφοφορίες σε θέματα εκπαίδευσης με το Κεντρικό Φοιτητικό Συμβούλιο.
Ασχολούμαι αυτή τη στιγμή περισσότερο με θέματα χάραξης εκπαιδευτικής πολιτικής γενικά παρά με τη διδασκαλία και την έρευνα στο αντικείμενό μου”.
Η ανάγκη
Πώς προέκυψε αυτή η έντονη δραστηριότητα; Η ίδια απαντά:
“Προέκυψε από την ανάγκη και τη θέλησή μου να σώσω το Τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών, το οποίο την τελευταία δεκαετία έρρεπε προς συρρίκνωση και κατάργηση λόγω αλλεπάλληλων περικοπών, αλλά και λόγω της αρνητικής δημοσιότητας της Ελλάδας στα ολλανδικά ΜΜΕ. Οι ανθρωπιστικές σπουδές (humanities) στην Ολλανδία και την Ευρώπη περνούν εδώ και πάνω από μία δεκαετία σοβαρή κρίση λόγω μείωσης των φοιτητών που παρακολουθούν τα εν λόγω τμήματα. Ειδικά τα Τμήματα Ξένων Φιλολογιών αντιμετωπίζουν συνεχείς περικοπές του προϋπολογισμού τους και ακόμη περισσότερο τα Τμήματα Νεοελληνικών Σπουδών που είναι τα μικρότερα και γιʼ αυτό αποτελούν το εύκολο θύμα.
Το να βλέπω ένα ονομαστό τμήμα με μακρά παράδοση (λειτουργεί από το 1947) και διεθνή ακτινοβολία στην Ευρώπη να φθίνει ήταν κάτι που με πονούσε πολλά χρόνια. Μόλις η Φιλοσοφική μού ανέθεσε διευθυντικά καθήκοντα το 2012, ανέλαβα δράση σε όλα τα επίπεδα για να αποτρέψω τη φθίνουσα πορεία. Δεν πέρασε μέρα αυτά τα πέντε χρόνια που να μην είμαι σε διαπραγμάτευση σχετικά με τη θέση του Τμήματος: με τον διευθυντή του Τομέα Ξένων Φιλολογιών, με τον κοσμήτορα και τον οικονομικό διευθυντή της Φιλοσοφικής, με την Πρυτανεία. Ξεκίνησα ένα αγώνα που πέντε χρόνια μετά έχει δικαιωθεί απόλυτα: όχι μόνο έχει εξαλειφθεί ο κίνδυνος κατάργησης του Τμήματος και έχει σταματήσει η φθίνουσα πορεία, αλλά και έχουμε αρχίσει να κάνουμε σταθερά ανοδικά βήματα.»
Όπως εξηγεί, η βαρύτητα πέφτει πλέον στα ιστορικά μαθήματα και στο ρόλο της Ελλάδας μέσα στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο και λιγότερο στην εκμάθηση της γλώσσας. Ταυτόχρονα ευοδώθηκαν οι προσπάθειές της των τελευταίων τριών χρόνων να βρει εξωτερική χρηματοδότηση για την ίδρυση νέας έδρας Νεοελληνικών Σπουδών.
Έτσι, επισημαίνει, “εκεί που τα περισσότερα Τμήματα Νεοελληνικών κλείνουν (έκλεισε της Κοπεγχάγης, του Xρόνινγκεν, του Cambridge, του Kings College) εμείς ανοίγουμε θέση. Αναζητούμε σε διεθνές επίπεδο πρωτοβάθμιο καθηγητή με μερική απασχόληση (η προθεσμία υποβολής αιτήσεων κλείνει στις 4 Μαΐου) για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το Τμήμα μας. Η ίδρυση της έδρας έγινε από τη μη κερδοσκοπική οργάνωση Ολλανδική Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών NGNS της οποίας είμαι πρόεδρος τα τελευταία τρία χρόνια, η οποία έχει αναλάβει τη χρηματοδότηση μέσω εξεύρεσης δωρητών.
Ο μεγαλύτερος δωρητής μας είναι το Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη (η έδρα φέρει το όνομα της αντιπροέδρου του) το οποίο πίστεψε στις δυνατότητες τις δικές μας, αλλά και του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ. Ένα πανεπιστήμιο που είναι το μεγαλύτερο της Ολλανδίας και ένα από τα αρχαιότερα και πιο ονομαστά της Ευρώπης με κατάταξη κάθε χρόνο σταθερά μέσα στα 50 καλύτερα του κόσμου”.

