“Σήμερα ο εχθρός βρίσκεται εντός μας”

Ο Ηρακλειώτης συγγραφέας Αρης Σφακιανάκης μιλά στην “Π” με αφορμή το νέο του βιβλίο

Πώς να διδαχθούμε από την Ιστορία όταν δεν διδασκόμαστε Ιστορία στο σχολείο –ή, τέλος πάντων, όταν τη διδασκόμαστε με τον τρόπο που τη διδασκόμαστε;


Της Αννας Κωνσταντουλάκη

Ενα ιστορικό μυθιστόρημα για την έξοδο του Μεσολογγίου έγραψε ο Ηρακλειώτης συγγραφέας Αρης Σφακιανάκης, σε μια προσπάθεια να μιλήσει υπαινικτικά για την σημερινή εποχή και τα λάθη που συνεχίζουμε να κάνουμε, καθώς, όπως λέει, από την ιστορία μας δεν έχουμε διδαχθεί απολύτως τίποτα. Γίνεται ο ίδιος ήρωας του βιβλίου του, φοράει τσαρούχια και φουστανέλα και μας ταξιδεύει σʼ εκείνα τα χρόνια του αγώνα που οι Ελληνες είχαν απέναντί τους τον εχθρό χειροπιαστό και μπορούσαν να τον πολεμήσουν.

“Σήμερα ο εχθρός βρίσκεται εντός μας, άυλος, φασματικός, σκιώδης. Πώς να τον πολεμήσει κανείς και με τι όπλα;” διερωτάται ο συγγραφέας, ο οποίος μιλά στην “Π” για την “Εξοδο” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις “Κέδρος”.

Ερωτ: Γιατί αποφασίσατε να γράψετε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την έξοδο του Μεσολογγίου; Τι θέλατε να μεταδώσετε στους αναγνώστες σας;

Απ: “Ένιωθα πως ήταν καιρός να κάνω μια στροφή στο δημιουργικό μου έργο. Να πάψω να αυτοβιογραφούμαι και να στραφώ σε άλλο είδος πεζογραφίας. Διάλεξα το ιστορικό μυθιστόρημα, καθώς μέσα από αυτό πίστευα ότι θα μπορούσα να μιλήσω πιο υπαινικτικά για την ίδια τη σημερινή εποχή μας. Να δω αν μπορούμε να αντλήσουμε συμπεράσματα από την Ιστορία του έθνους μας ή απλώς αν επαναλαμβάνουμε τα ίδια και τα ίδια λάθη. Καθώς μάλιστα ο ήρωάς μου είναι ένας σύγχρονος άνθρωπος που χάρη σε ένα χρονικό άλμα πίσω στο χρόνο βρίσκεται σε άλλη εποχή, το έργο μου να κρίνω το σήμερα μέσα από το χθες έπαιρνε μια ενδιαφέρουσα –για εμένα- οπτική.

Το Μεσολόγγι προέκυψε εντελώς τυχαία. Πριν από λίγα χρόνια έκανα μια εκδρομή στην δυτική Ελλάδα με μια αγαπημένη εκείνου του καιρού. Σταθήκαμε να πάρουμε ένα αναψυκτικό στο Μεσολόγγι και μπήκαμε να δούμε τον Κήπο των Ηρώων –ένα φροντισμένο αλσύλιο όπου έχουν συγκεντρώσει τα ιερά οστά όσων χάθηκαν στην Έξοδο της πόλης το 1826. Διάβασα σε μια πέτρινη στήλη την απόφαση των οπλαρχηγών για εκείνο τους το τόλμημα που στάθηκε τόσο αποφασιστικό στην εξέλιξη του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Όσα διάβασα εκεί με συγκίνησαν τόσο, ώστε πήρα την απόφαση να γράψω για τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή του Αγώνα.

Όσο για τους αναγνώστες, αν ήθελα να τους μεταδώσω κάτι, αυτό ήταν η αίσθηση της ιστορικής εκείνης στιγμής, η αγωνία των πολιορκημένων, αλλά κυρίως η δική μου αίσθηση –αίσθηση εφιαλτική- ότι από την Ιστορία μας δεν έχουμε διδαχθεί τίποτε απολύτως. Και βέβαια, πώς να διδαχθούμε από την Ιστορία, όταν δεν διδασκόμαστε Ιστορία στο σχολείο –ή, τέλος πάντων, όταν την διδασκόμαστε με τον τρόπο που τη διδασκόμαστε; (Παρεμπιπτόντως, το μεγαλύτερο πρόβλημα για μένα της χώρας είναι η παιδεία της. Γνωρίζω ότι δεν κομίζω γλαύκας στην Αθήνα, ωστόσο…)”.

Ερωτ: Πώς αισθανθήκατε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της Επανάστασης;

Απ: “Στην αρχή ένιωσα άβολα –ξαφνικά έπρεπε ο σύγχρονος ήρωάς μου να ενδυθεί τη φουστανέλα, να βάλει τσαρούχια και να σηκώσει γιαταγάνι –ένα αρκετά βαρύ όπλο. Κι ύστερα, στο πολιορκημένο Μεσολόγγι είχε να αντιμετωπίσει και την πείνα –ενώ δεν ήταν σε φάση δίαιτας. Την ίδια στιγμή, ο κόσμος γύρω του ήταν αγράμματος και απαίδευτος (βέβαια, αυτό δεν απέχει πόρρω από το σήμερα). Γρήγορα πάντως ο ήρωάς μου εγκλιματίστηκε –και στη συνέχεια μάλιστα εγκλημάτησε. Αφήστε που επισκέφτηκε και το σπίτι όπου πέθανε ο λόρδος Βύρων, μια φυσιογνωμία που τον σαγήνευε από τη χρυσή του νιότη.

Για να γράψω αυτό το μυθιστόρημα άντλησα πολλά από τον Νικόλαο Κασομούλη, έναν γραμματικό του οπλαρχηγού Στορνάρη που βρισκόταν στην πολιορκία του Μεσολογγίου και έγραψε γιʼ αυτήν εκτενώς στο βιβλίο του Στρατιωτικά Ενθυμήματα.

Ο ήρωάς μου συναντάει εκεί τον Κασομούλη, γίνονται φίλοι και ζουν μαζί τα περιστατικά εκείνα που οδήγησαν ώστε το Μεσολόγγι να ονομαστεί αργότερα Ιερή Πόλη. Δεν είναι τυχαίο –καθόλου μάλιστα- που το σπίτι μου σήμερα στην Αθήνα βρίσκεται στην οδό Κασομούλη”.

Ερωτ: Τι είχαν στο μυαλό και την ψυχή τους που δεν έχουν οι σύγχρονοι Ελληνες;

Απ: “ Οι Έλληνες εκείνης της εποχής του Αγώνα είχαν την πολυτέλεια να έχουν απέναντί τους τον εχθρό. Τον έβλεπαν, ήταν χειροπιαστός, γνώριζαν τις αδυναμίες και τα πάθη του. Μπορούσαν επομένως να τον πολεμήσουν στα ίσια. Σήμερα ο εχθρός βρίσκεται εντός μας, είναι άυλος, φασματικός, σκιώδης. Πώς να τον πολεμήσει κανείς, με τι όπλα; Χρειάζεται το «γνώθι σεαυτόν», όμως πού, ποιος, πότε; Και καθώς η εσωτερική ανάλυση θέλει δουλειά πολλή, επινοούμε διαρκώς καινούργιους εξωτερικούς εχθρούς να κάνουμε τη δουλειά μας. Πότε είναι το Κεφάλαιο, πότε τα Μνημόνια, πότε οι κακοί δανειστές, πότε οι Τούρκοι. Άλλοτε οι Πράσινοι, άλλοτε οι Βένετοι. Ποτέ εμείς. Λυπηρό, αλλά ανθρώπινο”.

Ερωτ: “Προς τα πού βρίσκεται η δική σας έξοδος;

Απ: “Καθώς βιώνω μια βαθιά υπαρξιακή κρίση (μετά τον θάνατο της μάνας μου) προσπαθώ να βρω ξανά τον έρωτα ως αντίπαλο δέος του θανάτου. Μονάχα που όταν προσπαθεί κάποιος να βρει τον έρωτα, ο έρωτας κρύβεται. Και κανείς δεν ξέρει να κρύβεται καλύτερα από τον ίδιο τον έρωτα. Άρα, κάνω υπομονή, ηρεμώ –αρνεύω που λέμε κι εμείς στην Κρήτη”.

Ερωτ: Της Ελλάδας;

Απ: “Η έξοδος της Ελλάδας βρίσκεται στην έξοδο από τα μνημόνια –για να κλείσω με βαλκανικό χιούμορ αυτήν την συνέντευξη, για την οποία σας ευχαριστώ σφόδρα”.