Στα αποτελέσματα του προχθεσινού Eurogroup σχετικά με την Ελλάδα εστιάζουν το ενδιαφέρον τους τα εξειδικευμένα στα ευρωπαϊκά θέματα μέσα ενημέρωσης, σημειώνοντας σε γενικές γραμμές ότι οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης συμφώνησαν σε μία δέσμη μέτρων, προκειμένου να μειωθεί το κόστος του ελληνικού χρέους.

Ειδικότερα ο “EUobserver” αναφέρεται στο σχέδιο των βραχυπρόθεσμων μέτρων που παρουσίασε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης (ΕΜΣ), επισημαίνοντας ότι η εφαρμογή τους θα ξεκινήσει άμεσα, καθώς και στις σχετικές δηλώσεις του επικεφαλής του Μηχανισμού Kλάους Ρέγκλιγκ, ο οποίος υπογράμμισε ότι τα οφέλη από το συγκεκριμένο πακέτο μέτρων είναι ξεκάθαρα και το κόστος περιορισμένο, συμπληρώνοντας ταυτόχρονα ότι μέχρι το 2060 θα μπορούσε να επιτευχθεί 20% μείωση του χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ.

Ελληνικές πηγές, εξάλλου, συνεχίζει το δημοσίευμα, δήλωσαν στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι το εν λόγω πακέτο μέτρων θα μπορούσε να μειώσει το χρέος κατά 45 δισ. ευρώ, ενώ από τη μεριά του ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος το χαρακτήρισε πολύ καλό και ανέφερε ότι θα αρχίσει αμέσως να βοηθάει την ελληνική οικονομία, επιμένοντας ότι η Ελλάδα επιστρέφει στην ανάπτυξη.

Αναφορικά με τη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ο EUobserver σημειώνει ότι η σχετική συζήτηση αναβλήθηκε έως ότου επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της Ελλάδας και των εμπειρογνωμόνων της ΕΕ σε σχέση με τη δεύτερη αξιολόγηση του τρέχοντος προγράμματος. Παραθέτει δε τα όσα δήλωσαν οι Ντάισελμπλουμ και Μοσκοβισί κατά τη συνέντευξη Τύπου ως προς το ότι οι θεσμοί είναι έτοιμοι να επιστρέψουν στην Αθήνα για να συνεχίσουν τις εργασίες και ότι είναι ακόμα πιθανή η ολοκλήρωση της συμφωνίας σε τεχνικό επίπεδο μέχρι το τέλος του χρόνου. Σε περίπτωση που συμβεί αυτό, πηγή της ευρωζώνης ανέφερε ότι θα μπορούσε να συγκληθεί το Eurogroup στις αρχές Ιανουαρίου για να την εγκρίνει. Οι συζητήσεις σκαλώνουν κυρίως στη μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας, αλλά ο Ντάισελμπλουμ σημείωσε ότι αυτό δεν είναι θέμα των υπουργών να συζητήσουν, αναφέρει το δημοσίευμα.

Μία ακόμα δυσκολία στις συνομιλίες στο πλαίσιο της δεύτερης αξιολόγησης, συμπληρώνει ο EUobserver, είναι η επονομαζόμενη δημοσιονομική τροχιά, δεδομένου ότι ΔΝΤ και ευρωζώνη διαφωνούν για το χρονικό διάστημα που θα πρέπει η Ελλάδα να διατηρήσει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% μετά το 2018.

Στο καθημερινό δελτίο της διαδικτυακής πύλης του “Politico”, σημειώνεται εξάλλου ότι το συμπέρασμα που προκύπτει μετά από έξι χρόνια στενής παρακολούθησης του ελληνικού ζητήματος, τόσο από την Αθήνα όσο και από τις Βρυξέλλες, τόσο εντός όσο και εκτός της Επιτροπής, είναι ότι κανένας δεν επιθυμεί στην πραγματικότητα την επίλυση της κατάστασης γύρω από το ελληνικό χρέος. Οι λύσεις δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκες, σχολιάζει το Politico, ακόμη κι αν κάποιες από τις μεταρρυθμίσεις είναι πολιτικά επώδυνες για τους Έλληνες υπουργούς, αλλά ουσιαστικά βολεύει τα περισσότερα κόμματα να ρίχνουν λάσπη και να αποφεύγουν τους μη ικανοποιητικούς συμβιβασμούς που θα μπορούσαν να επιλύσουν ορισμένα από τα οικονομικά ζητήματα της χώρας.

«Το Eurogroup καταλήγει σε συμφωνία για τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους», αναφέρει, τέλος, η Agence Europe, η οποία αναλύει τα βραχυπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, όπως αυτά παρουσιάστηκαν από τον επικεφαλής του ΕΜΣ, σημειώνοντας ότι οι διαπραγματεύσεις σε σχέση με τη δεύτερη αξιολόγηση δεν συνδέονται με το πακέτο αυτό των μέτρων και θα συνεχιστούν με στόχο την ολοκλήρωσή τους μέχρι τα τέλη του έτους. Το δημοσίευμα αναφέρεται, επίσης, στα ζητήματα που παραμένουν ανοικτά μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών, ήτοι το θέμα της μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας και αυτό της διάρκειας διατήρησης πρωτογενούς πλεονάσματος 3,5% μετά το 2018, καθώς και στο ζήτημα της συμμετοχής του ΔΝΤ στο πρόγραμμα.

Δημοσίευμα της “Wall Street Journal” σημειώνει ότι αν και οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης ενέκριναν ορισμένα μέτρα για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους, οι θέσεις τους δεν πλησίασαν αρκετά για να συμφωνήσει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να χρηματοδοτήσει και πάλι την Ελλάδα. Το ΔΝΤ αναμένεται να αποφασίσει για το αν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα, αφού ολοκληρωθεί η δεύτερη αξιολόγηση.

«Περισσότερες συζητήσεις χρειάζονται, αλλά είμαστε σαφώς αρκετά μακριά από μία συμφωνία», δήλωσε αξιωματούχος του ΔΝΤ, όπως αναφέρει το δημοσίευμα. Το Ταμείο πρέπει να γνωρίζει τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους για τα πρωτογενή πλεονάσματα, προκειμένου να αξιολογήσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους, πρόσθεσε ο αξιωματούχος.

Financial Times: Μικρή πρόοδος στην επίλυση των διαφορών Ευρωζώνης - ΔΝΤ

Δημοσίευμα των Financial Times αναφέρει ότι οι συζητήσεις μεταξύ των υπουργών Οικονομικών της Ευρωζώνης και του ΔΝΤ διακόπηκαν χθες, με λίγη πρόοδο να έχει γίνει αναφορικά με την επίλυση των διαφορών που υπήρχαν για το πρόγραμμα, παρά την έγκριση μίας σειράς βραχυπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.

Οι συζητήσεις, σύμφωνα με το δημοσίευμα, σκόνταψαν λόγω των διαφορών μεταξύ της ΕΕ και του Ταμείου σχετικά με το αν οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και σε άλλους τομείς πολιτικής, που απαιτούνται με βάση το τρέχον πρόγραμμα της Ελλάδας, θα επέτρεπαν στη χώρα να διατηρήσει το πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ που πρόκειται να επιτύχει το 2018. Το ΔΝΤ επέμεινε ότι χρειάζονται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στο φορολογικό και συνταξιοδοτικό σύστημα, για να διατηρηθούν τα πλεονάσματα σε αυτό το επίπεδο. Αξιωματούχος του ΔΝΤ, που μίλησε μετά τη συνεδρίαση του Eurogroup, δήλωσε ότι το Ταμείο «χρειάζεται σαφήνεια» για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018, για να αξιολογήσει αν το πρόγραμμα βγαίνει.

Σε μία ένδειξη διαφωνιών για την εξέλιξη της διαδικασίας, σημειώνει η εφημερίδα, απαλείφθηκε μία πρόταση από το σχέδιο του ανακοινωθέντος του Eurogroup, που έλεγε ότι αξιωματούχοι της Ελλάδας και της Ευρωζώνης θα μελετήσουν τις μορφές της φορολογικής και συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, στις οποίες έχει αναφερθεί το ΔΝΤ.

Με θερμά λόγια μιλά για την πορεία της ελληνικής οικονομίας αρθρογράφος του “Bloomberg”, επισημαίνοντας την ανάγκη για ανακούφιση τους χρέους.

«Υπάρχουν δύο πράγματα που ποντάρω ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν για την Ελλάδα», σημειώνει αρχικά ο αρθρογράφος Mark Gilbert. Όπως εξηγεί, το πρώτο που θεωρεί ότι πολλοί αγνοούν είναι ο διορισμός του Δημήτρη Παπαδημητρίου ως υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Γιώργου Πιτσιλή ως γ.γ. Δημοσίων Εσόδων. «Για μια ομάδα που προβάλει τα αριστερά της "παράσημα", ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται να είναι ιδιαίτερα πραγματιστής στις προσπάθειές του να αντιστρέψει την πορεία της οικονομίας», σημειώνει.

«Κι ενώ τα εμπόδια στην ανάκαμψη παραμένουν τρομακτικά και οι ενδεχόμενες παγίδες βαθιές, η Ελλάδα δεν μοιάζει πλέον με αποτυχημένο κράτος που του αξίζει να διωχθεί από το ευρώ», υπογραμμίζει ο Gilbert και παραθέτει ορισμένα δεδομένα, όπως την σταδιακή επιστροφή καταθέσεων στις τράπεζες τους τελευταίους μήνες.

«Οι προοπτικές ανάπτυξης της Ελλάδας επίσης βελτιώνονται. Το ΑΕΠ επεκτάθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,8% τους 3 μήνες μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου, ξεπερνώντας τόσο την Γερμανία, όσο και το σύνολο της Ευρωζώνης», προσθέτει ο αρθρογράφος για να τονίσει ακολούθως ότι και τα δημόσια έσοδα βελτιώνονται.

Παρʼ όλα αυτά, «υπάρχουν περισσότερα να γίνουν», όπως να περιοριστεί κι άλλο η «εθελοντική απόδοση φόρων» και να επιταχυνθούν οι ιδιωτικοποιήσεις.

Ωστόσο, σημειώνει ο αρθρογράφος, «παραδόξως, η Ελλάδα μπορεί να διευκολυνθεί από την παραίτηση του ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι».

«Όσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος της πολιτικής και οικονομικής αναταραχής, τόσο πιο πιθανό είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προσθέσει το ελληνικό χρέος στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της κατά τους επόμενους μήνες για να ηρεμήσει τους επενδυτές», τονίζει ο Gilbert και επισημαίνει την ανάγκη για ανακούφιση του χρέους ώστε «η Ελλάδα να απογειωθεί». Άλλωστε, όπως το έθεσε πρόσφατα και ο Παναγιώτης Λιαργκόβας, η ελληνική οικονομία παραμένει «όμηρος της λιτότητας», καθώς «το χρέος παραμένει μια δαμόκλειος σπάθη η οποία κρέμεται πάνω από την οικονομία».

Ο Gilbert καλεί τους δανειστές να βρουν τρόπο για την ανακούφιση του χρέους, καθώς πέρα από τη βοήθεια που θα προσφέρει στην ελληνική οικονομία, κάτι τέτοιο «θα έδινε στην ελληνική κυβέρνηση κάτι να δείξει στους ψηφοφόρους καθώς θα ζητά υπομονή για περισσότερες μεταρρυθμίσεις».

«Μετά από χρόνια με το μαστίγιο, είναι η ώρα η ΕΕ να πετάξει και το καρότο προς την Ελλάδα», καταλήξει ο αρθρογράφος.

Τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης

Εκτενείς είναι και οι αναφορές των γερμανικών μέσων ενημέρωσης στις αποφάσεις του Eurogroup. Οι αναλυτές εστιάζουν σε δυο σημεία: Στη συμφωνία για τα βραχυπρόθεσμα και στη μη συμφωνία για το ρόλο του ΔΝΤ.

Όσον αφορά την απόφαση για τη λήψη των βραχυπρόθεσμων μέτρων έχει ενδιαφέρον ότι όλα ανεξαιρέτως τα δημοσιεύματα κάνουν λόγο για «ελάφρυνση του χρέους» για την Ελλάδα ή για «βελτιώσεις στο πεδίο της διαχείρισης του χρέους», εξηγώντας στη συνέχεια ότι πρόκειται για μια σειρά τεχνικών μέτρων που οδηγούν σε αδιευκρίνιστη μείωση του ύψους του χρέους το 2060. Εμμέσως δηλαδή εκφράζονται αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων σε βάθος χρόνου.

Ενδεικτικό είναι το τηλεγράφημα του γερμανικού πρακτορείου ειδήσεων dpa, το οποίο αναπαράγεται στο μεταξύ από πολλά ηλεκτρονικά μέσα και το οποίο υπό τον τίτλο «Οι υπουργοί Οικονομικών αποφασίζουν μέτρα ελάφρυνσης του χρέους για την Ελλάδα» σημειώνει μεταξύ άλλων: «(…) Σύμφωνα με υπολογισμούς του ESM όλα τα δρομολογηθέντα μέτρα μπορούν να μειώσουν το χρέος (…) μέχρι το 2060 κατά 20 περίπου ποσοστιαίες μονάδες. Τέτοιοι μακροπρόθεσμοι υπολογισμοί ωστόσο συνοδεύονται από αβεβαιό- τητες». Το δεύτερο σημείο στο οποίο εστιάζουν οι γερμανοί αναλυτές αφορά στο ζήτημα της συμμετοχής του ΔΝΤ, μια φαινομενικά απαράβατη κόκκινη γραμμή του Βερολίνου καθώς ήταν ένας από τους βασικούς όρους που είχαν θέσει το καλοκαίρι του 2015 οι γερμανοί βουλευτές για να εγκρίνουν το τρίτο μνημόνιο. Δεδομένου ότι ενάμιση σχεδόν χρόνο μετά η συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα συνεχίζει να εκκρεμεί, θα έχει ενδιαφέρον πώς θα το δικαιολογήσουν αυτό οι κκ. Μέρκελ και Σόιμπλε στο συνέδριο του κόμματός τους στο Έσσεν, όπου η καγκελάριος διεκδικεί για ένατη φορά την επανεκλογή την στην προεδρία της CDU. Το ελληνικό ζήτημα δεν αναμένεται να απασχολήσει τους συνέδρους, εντούτοις είναι πολύ πιθανό να τεθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πόσο μάλλον που το συνέδριο ξεκινά την επομένη του Eurogoup.

Βέβαιο πάντως είναι ότι όσο εκκρεμεί η απόφαση του Ταμείου δεν πρόκειται να εγκριθεί η εκταμίευση άλλης δόσης προς την Ελλάδα από τη γερμανική Βουλή. Αυτό τουλάχιστον έχουν υποστηρίξει επανειλημμένως ηγετικά στελέχη της CDU και το επανέλαβε προ ημερών και βουλευτής των Χριστιανοδημοκρατών που μίλησε στη Deutsche Welle. Σύμφωνα με αναλυτές, αυτό μπορεί να οδηγήσει στην εξής, σχεδόν ασφαλή, εκτίμηση: όσο πλησιάζει η ημερομηνία εκταμίευσης της επόμενης δόσης, τόσο πιο κοντά θα είμαστε και στην απόφαση για τη συμμετοχή του ΔΝΤ.

Κομβικής σημασίας είναι βέβαια το ερώτημα εάν αυτή η συμμετοχή θα συνοδεύεται από τη λήψη νέων μέτρων προκειμένου να διατηρηθεί ο στόχος του 3,5% για τα πρωτογενή πλεονάσματα και πέραν του 2018, όπως διαφαίνεται.

Στο Βερολίνο ασφαλώς και γνωρίζουν ότι η λήψη νέων μέτρων θα περνούσε πολύ δύσκολα από την παρούσα Βουλή στην Αθήνα και ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με την κατάρρευση της κυβέρνησης Τσίπρα και πρόωρες εκλογές στην Ελλάδα.

Όλα αυτά τη χρονιά που στήνονται κάλπες σε Γαλλία, Ολλανδία και Γερμανία είναι μάλλον ένα σενάριο το οποίο απεύχονται οι πολιτικοί πρωταγωνιστές στην Ευρώπη. Γερμανοί αναλυτές εικάζουν σήμερα ότι ενδεχομένως η συμβιβαστική λύση να ήταν ένας νέος μηχανισμός αυτόματος προσαρμογής για μετά το 2018, έτσι ώστε η νυν κυβέρνηση να μην πρέπει να νομοθετήσει νέα μέτρα στην παρούσα φάση.

Το περίγραμμα του νέου αυτού «κόφτη» θα μπορούσε μεν να συμφωνηθεί τώρα -προκειμένου να ικανοποιηθεί το ΔΝΤ και να μπει στο πρόγραμμα- αλλά να εξειδικευτεί το 2018, σε αντάλλαγμα για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος που αναμένεται να αποφασιστούν τότε.