Ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τρομοκρατίας στη Μέση Ανατολή έδωσε ο Μπάρακ Ομπάμα κατά τη συνάντηση που είχε με τον Προκόπη Παυλόπουλο στο Προεδρικό Μέγαρο.

Συγκεκριμένα, ευχαρίστησε την Ελλάδα για τις διευκολύνσεις στο Αιγαίο και την προσφορά της στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ. «Καθώς γίνεται η μετάβαση από τους Δημοκρατικούς στους Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ το θέμα του ΝΑΤΟ έχει πολύ μεγάλη σημασία και πρέπει να διασφαλιστεί η συνέχεια» πρόσθεσε.

Εξήρε τη στάση του ελληνικού λαού στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος και είπε ότι πρέπει να βρεθεί λύση και για τις προσφυγικές ροές και για τις πολεμικές συγκρούσεις που τις προκαλούν.

Ακόμη αναγνώρισε τις προσπάθειες της Αθήνας στις μεταρρυθμίσεις, τη δύσκολη οικονομική συγκυρία, αλλά σημείωσε ότι υπάρχει αρκετός δρόμος που πρέπει να καλυφθεί ακόμα. 

Όσον αφορά το Κυπριακό ανέφερε ότι «η Ελλάδα μαζί με την Τουρκία και τη βοήθειά μας θα μπορέσουν να βρουν μια δίκαιη και βιώσιμη λύση».

Από την πλευρά του  ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευχαρίστησε τον Αμερικανό ομόλογό του για τη συμπαρά- σταση του στην Ελλάδα σε αυτή την περίοδο που αντιμετωπίζουμε αυτή τη βαθιά, επώδυνη κρίση για τον λαό μας, όπως είπε, ενώ υποστήριξε ότι και ο Ντόναλντ Τραμπ θα συνεχίσει στην ίδια κατεύθυνση.

Ο κ. Παυλόπουλος σημείωσε ότι παρά τις τεράστιες θυσίες που υπέστη ο ελληνικός λαός, για τις αιτίες των οποίων δεν είναι αποκλειστικά υπεύθυνος ο ίδιος, η χώρα συνεχίζει αταλάντευτα την ευρωπαϊκή πορεία της εντός Ε.Ε.

Επίσης, έθεσε στον Ομπάμα τα τρία μείζονα θέματα της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Ως προς το Κυπριακό, ο κ. Παυλόπουλος τόνισε ότι είναι βεβαίως πρωτίστως διεθνές και ευρωπαϊκό ζήτημα, “είμαστε υπέρ της ταχείας επίλυσης και της εξεύρεσης μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης, όμως αυτή πρέπει να είναι σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο και το ευρωπαϊκό θεσμικό κεκτημένο”.

Υπογράμμισε ότι “θεωρούμε αδιανόητη και απαράδεκτη οποιαδήποτε αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης”. Η Συνθήκη της Λωζάννης, τόνισε, είναι μέρος του διεθνούς δικαίου, οποιαδήποτε αμφισβήτηση της θα σήμαινε αμφισβήτησή των συνόρων της Ελλάδας αλλά και της ΕΕ, γιατί, όπως επισήμανε, τα σύνορα της ΕΕ είναι τα σύνορα των κρατών-μελών.

Σημείωσε πως το γεγονός ότι η ΠΓΔΜ «διεκδικεί ένα όνομα που εκτός από την παραχάραξη της ιστορίας αποπνέει αλυτρωτισμό και σημαίνει εμμέσως αλλαγή συνόρων είναι κάτι αντίθετο προς το διεθνές και το ευρωπαϊκό δίκαιο και αυτή ακριβώς η διεκδίκηση αυτού του ονόματος για τους λόγους που εξήγησα υπονομεύει την ευρωπαϊκή προοπτική αυτού του κράτους-μέλους».