
Φρένο στις προσδοκίες της κυβέρνησης για ανάκαμψη της οικονομίας μέσα στο 2017 βάζει το Δημοσιονομικό Συμβούλιο του κράτους.
Στην πρώτη εξαμηνιαία έκθεση της νέας Ανεξάρτητης Αρχής, την οποία κατέθεσε χθες στη Βουλή ο πρόεδρος του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου κ. Παναγιώτης Κορλίρας, αναφέρεται ότι για το 2016 ο στόχος των εσόδων θα επιτευχθεί, ακόμα και αν υπάρξει κάμψη των εισπράξεων στα τέλη του έτους.
Όμως για το 2017 "υπάρχουν επιφυλάξεις τόσο για το ύψος της ανόδου του ΑΕΠ και της ιδιωτικής κατανάλωσης, όσο και για την άνοδο των τιμών και της απασχόλησης". Εξάλλου, όπως τονίζεται, τον Σεπτέμβριο επιδεινώθηκαν τόσο ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος, όσο και ο Δείκτης Εμπιστοσύνης Καταναλωτών.
Στην έκθεση τονίζεται "το γεγονός ότι η επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για το 2017 βασίζεται κατά 80% στην αύξηση των εσόδων και μόνον κατά 20% στη συγκράτηση των δαπανών". Ταυτόχρονα, το Συμβούλιο προειδοποιεί ότι η αίσθηση της "υπερφορολόγησης” ενδέχεται να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για την εργασία και επιχειρηματικότητα.
Επιπλέον αναφέρεται ότι "η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του 2017 εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από μια σειρά προϋποθέσεων και συνθηκών οι περισσότερες από τις οποίες, προς το παρόν, δεν έχουν διασφαλισθεί. Η έγκαιρη διαμόρφωση ευνοϊκών συνθηκών και προϋποθέσεων (π.χ. βελτίωση οικονομικού κλίματος, ταχύτατη εκκαθάριση του δανειακού χαρτοφυλακίου των τραπεζών κλπ) θα αυξήσει τις πιθανότητες επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων, και αντιστρόφως".
“Kαμπανάκι”
για τους φόρους
Στην έκθεση γίνεται αναφορά και στους φόρους. Ειδικότερα, αξιολογείται «το γεγονός ότι η επίτευξη του δημοσιονομικού στόχου για το 2017 βασίζεται κατά 80% στην αύξηση των εσόδων και μόνον κατά 20% στη συγκράτηση των δαπανών, σε ένα έτος που η οικονομία θα επανέλθει σε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης αλλά και με δεδομένη την αίσθηση της "υπερφορολόγησης" που ενδέχεται να λειτουργήσει ως αντικίνητρο για εργασία και επιχειρηματικότητα».
Το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο γενικότερα για τους υψηλούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων επισημαίνει: «Δεδομένου ότι οι όποιοι δημοσιονομικοί στόχοι για τα επόμενα χρόνια συναρτώνται με τη δυναμική της οικονομικής μεγέθυνσης, εντοπίζουμε και σχολιάζουμε την προοπτική να τεθούν υψηλοί στόχοι για πρωτογενή πλεονάσματα, ως ένα παράγοντα που, σε σημαντικό βαθμό, δεν επιδρά θετικά στη διαδικασία της μεγέθυνσης. Παράλληλα, τονίζουμε την ανάγκη να προχωρήσει μια αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος, με έμφαση στην προσέλκυση επενδύσεων και την στροφή προς διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες».

