Εκτός από τα τρία και πλέον κιλά κοκαϊνης, τα οποία ξέθαψαν οι αστυνομικοί από το λιόφυτο στην περιοχή του Λαρανίου, αποδίδουν στο ζευγάρι ότι κατά το χρονικό διάστημα παρακολούθησης είχε εμπορευτεί ποσότητα άνω των 700 γραμμαρίων κοκαϊνης με οικονομικό όφελος τουλάχιστον 24.500 ευρώ.

Επικεντρώνονται στις συναλλαγές τους με τρία πρόσωπα, έναν Αλβανό (ο οποίος δεν έχει ταυτοποιηθεί) και δύο Ηρακλειώτες, οι οποίοι εμφανίζονται από την ΕΛ.ΑΣ ως έμποροι κόκας. Στις μεταξύ τους τηλεφωνικές συνομιλίες ο 42χρονος προσπαθεί να είναι πολύ προσεκτικός και λακωνικός. Παρʼ όλα αυτά ορισμένες φορές δείχνει να εκνευρίζεται και να παραβιάζει τους κανόνες που τηρούσε σχεδόν με …θρησκευτική ευλάβεια. Τη μία γιατί η γυναίκα και ο γιος του δεν μπορούσαν να αντιληφθούν τα μισόλογα του παρά τις προηγηθείσες συνεννοήσεις, την άλλη επειδή «στράβωσε» η δουλειά και ο προμηθευόμενος απαιτούσε επιστροφή χρημάτων, διαμαρτυρόμενος για το εμπόρευμα.

Στην περίπτωση του Αλβανού, η συναλλαγή αφορούσε σύμφωνα με την Αστυνομία ποσότητα κοκαϊνης, η αξία της οποίας ήταν 9.600 ευρώ. Και ενώ η δοκιμή του δείγματος, το οποίο αναφέρεται κωδικοποιημένα ως «μπουκάλι κρασί» πήγε περίφημα, το ίδιο το «πακέτο» δυσαρέστησε τον Αλβανό, ο οποίος απαιτούσε εδώ και τώρα επιστροφή. Κατά τα συμπεράσματα των αστυνομικών, ο αλλοδαπός εκνευρίστηκε επειδή η πωληθείσα κοκαϊνη ήταν σε μορφή σκόνης και όχι σε συμπαγή μορφή.

Από το ίδιο βράδυ της παράδοσης και για τις επόμενες δύο ημέρες, ο Αλβανός πίεζε ασφυκτικά στα τηλέφωνα για την επιστροφή των χρημάτων. Ο 42χρονος αντιδρά και επιμένει ότι είναι συνεπής στη συμφωνία. Εκνευρισμένος ο Αλβανός αναγκάζεται να στείλει μήνυμα με το οποίο ουσιαστικά τον προειδοποιεί: «Θα έρθεις να μιλήσουμε από κοντά; Γιατί δεν θα τα πάμε καλά». Η κατάσταση αυτή έχει εξοργίσει τον 42χρονο, ο οποίος στα τηλεφωνήματα που ακολουθούν, φέρεται να χάνει τον έλεγχο και μιλάει …ακατάπαυστα. Στα λεγόμενα του αστυνομικοί αποδίδουν μεταξύ άλλων φράσεις όπως: «Δεν έφερα εγώ σκόνη. Κατάλαβες; Εγώ το έφτιαξα εγώ ο ίδιος». Σε άλλο σημείο φέρεται να λέει: «Άμα θες να σου μιλώ εγώ κανονικά από το τηλέφωνο, σου μιλώ. Ούτε παρακολουθούνε, ούτε του κ…τους τα εννιάμερα. Δεν με ενδιαφέρει κανείς. Ούτε φοβάμαι κανένα».

Σε σχέση με την εμπλοκή και τις δοσοληψίες των δύο Ηρακλειωτών, στη δικογραφία αναφέρονται αρκετές συνομιλίες και αποδίδονται συγκεκριμένες περιπτώσεις διακίνησης τόσο στην πόλη του Ηρακλείου όσο και στην περιοχή της Μεσσαράς, με την αξία της πωληθείσας ποσότητας να προσδιορίζεται σε 4.000 και 5.000 ευρώ κάθε φορά.

Από τις καταγεγραμμένες συνομιλίες οι αστυνομικοί διεξάγουν διάφορα συμπεράσματα για τον τρόπο και τον τόπο των συναλλαγών, τον τρόπο αποπληρωμής ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που «δεν κινούνταν» το προϊόν και δεν βρισκόταν «χασάπης» να «σφάξει τα προβατάκια» οπότε και ήταν δύσκολη η εξόφληση (αναφέρεται περίπτωση κατά την οποία ο έμπορος προτείνει να μεταβιβάσει στο big boss την κυριότητα του αυτοκινήτου του) αλλά και για τις ιδιαίτερες προφυλάξεις που ελάμβαναν μεταξύ τους.

Οι συναντήσεις, ανάλογα με το πρόσωπο, κανονίζονται συνθηματικά άλλοτε στο «γυμναστήριο» ή στην «προπόνηση», άλλοτε στο «χώμα» και «κοντά στα αρχαία».

Να σημειωθεί ότι με βάση τις καταθέσεις αστυνομικών, ο 42χρονος και η σύζυγος του τίθενται στο «κάδρο» των ερευνών μετά από τηλεφώνημα που γίνεται στη Δίωξη Ναρκωτικών Ηρακλείου το μεσημέρι της 6ης Μαίου. Ο άγνωστος που μιλάει κρητικά διαμαρτύρεται που η ΕΛ.ΑΣ αφήνει, αν και γνωστός για τη δράση του, να ενεργεί ανενόχλητος «ο μεγαλύτερος έμπορος τση κόκας στο Ηράκλειο» ενώ «έχει βουίξει ο τόπος».