Περιμένουν το έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών

Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Και ξαφνικά και ενώ ήταν ήδη σε εξέλιξη η διάσκεψη τακτικών δικαστών και ενόρκων για την ετυμηγορία στην υπόθεση της άγριας δολοφονίας του 71χρονου συνταξιούχου Όθωνα Ανδρουλιδάκη, ο οποίος κατακρεουργήθηκε με 57 μαχαιριές για 100 ευρώ, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηράκλειου αποφάσισε να διακόψει για τις 29 Σεπτεμβρίου.

Στο παρά ένα της έκδοσης της απόφασης, οι δικαστές έκριναν επιβεβλημένη τη διακοπή, καθώς διαπίστωσαν ότι από τη δικογραφία έλειπε ένα κρίσιμο έγγραφο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, η αξιολόγηση  του οποίου θεωρείται απαραίτητη για να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα πριν αποφανθούν σε σχέση με  τον 21χρονο κατηγορούμενο. Άγνωστο γιατί, οι απαντήσεις των εγκληματολογικών εργαστηριών για 17 δακτυλοσκοπικά σημεία από τον τόπο του εγκλήματος δεν είχαν ενσωματωθεί μέχρι σήμερα στη δικογραφία.

Η διαδικασία αυτή αφορά στη ταυτοποίηση αποτυπωμάτων στον τόπο της σφαγής του άτυχου ηλικιωμένου και σε ευρήματα που είχαν συλλέξει οι αστυνομικοί της σήμανσης της Ασφάλειας Ηρακλείου.  Το δικαστήριο, αν και ήδη βρισκόταν για περίπου 1,5 ώρα σε διάσκεψη, έκρινε ότι είναι προτιμότερο να διακόψει τη διαδικασία προκειμένου να διαβιβαστεί άμεσα το εν λόγω έγγραφο, να αξιολογηθεί και να αποφανθούν επί της ενοχής του 21χρονου Βούλγαρου, όπως και τελικώς έγινε.

Εκτός από τον 21χρονο, για την υπόθεση της δολοφονίας με κίνητρο τη ληστεία κατηγορείται ένας ακόμα Βούλγαρος, ο οποίος όταν τελέστηκε η αποτρόπαια πράξη ήταν 17 ετών και έτσι η δικογραφία ως προς αυτόν διαχωρίστηκε προκειμένου να δικαστεί από το αρμόδιο δικαστήριο ανηλίκων. Οι δύο κατηγορούμενοι ομολογούν την παρουσία τους στον τόπο του εγκλήματος, δηλαδή στο σπίτι του ηλικιωμένου, όμως ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον για τη δολοφονία. Ο καθένας δηλαδή εξιστορεί τη δική του  εκδοχή.

 «Δεν τον σκότωσα εγώ»

 Ο 21χρονος Βούλγαρος, ο οποίος κάθισε χθες στο εδώλιο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ηρακλείου, μιλώντας άπταιστα ελληνικά, ισχυρίστηκε ότι ο ανήλικος ήταν εκείνος που μαχαίρωσε με αλλεπάλληλα χτυπήματα τον ηλικιωμένο. Υποστήριξε ότι ο 17χρονος του ζήτησε να πάνε στο σπίτι του εργοδότη του για να πάρει κάποια χρήματα.

Εκείνος περίμενε έξω και έκανε τσιγάρο όσο ο ανήλικος ήταν μέσα στο σπίτι. Κάποια στιγμή άκουσε φωνές και μπήκε μέσα για να δει τι συνέβαινε. Αντίκρισε τον φίλο του πάνω στον 71χρονο να τον χτυπάει. Ισχυρίστηκε ότι σοκαρίστηκε και έμεινε …άγαλμα.

Τότε ο ανήλικος του ζήτησε να του δώσει το μαξιλάρι (το πίεσαν στον πρόσωπο του παθόντα) που είχε πέσει ενώ κρατούσε μαχαίρι. «Αρχικά ήμουν διστακτικός. Όμως του έδωσα το μαξιλάρι. Κρατούσε μαχαίρι, που ξέρω εγώ ότι δεν θα μαχαίρωνε και μένα» είπε.

Εν ολίγοις, ο 21χρονος έριξε την αποκλειστική ευθύνη της δολοφονίας στον ανήλικο, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος δεν συμμετείχε σε αυτήν. Οι ισχυρισμοί του 21χρονου πολλές φορές εξόργισαν τους συγγενείς του θύματος, οι οποίοι παρακολουθούσαν την ακροαματική διαδικασία σε κατάσταση έντονης συναισθηματικής φόρτισης.

Εκεί ήταν η σύζυγος του, οι κόρες και οι γαμπροί του, η αδελφή του, η οποία κρατούσε στα χέρια μία φωτογραφία του δολοφονηθέντα και άλλα συγγενικά πρόσωπα. «Δεν θα περάσεις καλά, φονιά» του φώναζαν εξαγριωμένοι. Μάλιστα, νωρίτερα κατά την προσαγωγή του στη δικαστική αίθουσα, ένας εκ των συγγενών προσπάθησε να φθάσει μέχρι το εδώλιο για να τον χτυπήσει, όμως σωφρονιστικοί και αστυνομικοί κατάφεραν να τον συγκρατήσουν και να τον απομακρύνουν από την αίθουσα.

Συγγενείς στράφηκαν όμως και κατά του συνηγόρου υπεράσπισης του 21χρονου, οργισμένοι που ανέλαβε την υπόθεση. «Εσύ παππού δεν έχεις; Δεν ντρέπεσαι;» του φώναζαν.

Εισαγγελέας έδρας: «Ελάχιστα ψήγματα ανθρωπιάς» 

Ο εισαγγελέας έδρας κ. Θανάσης Γαλήνας πρότεινε στο δικαστήριο να κηρύξει χωρίς αμφιβολία ένοχο τον κατηγορούμενο για όλες τις πράξεις που του αποδίδονται. Έκανε λόγο για ένα έγκλημα ιδιαίτερα σκληρό και βάναυσο. Όποιος το έκανε, έχει ελάχιστα ψήγματα ανθρωπιάς, τόνισε. Υπάρχει κατακρεούργηση. Χρειάστηκαν 57 πλήγματα για να τον τελειώσουν ή ήταν τόση η μανία;

Ο εισαγγελικός λειτουργός επισήμανε ότι τόσο ο 21χρονος κατηγορούμενος όσο και ο ανήλικος, προσπαθούν να αποστασιοποιηθούν από το έγκλημα και ο καθένας εξιστορεί την εκδοχή που τον συμφέρει. Χαρακτήρισε «παραμύθια της Χαλιμάς» τους ισχυρισμούς του 21χρονου, ο οποίος ούτε λίγο ούτε πολύ ισχυρίζεται ότι «είδε φως και μπήκε στο σπίτι». Εξέφρασε την εκτίμηση ότι η αλήθεια πλησιάζει περισσότερο στην εξιστόρηση του ανήλικου για το πώς εξελίχθηκαν τα περιστατικά.

Ανέφερε ακόμα ότι ο 71χρονος λόγω της ηλικίας του και του αλκοόλ ήταν το τέλειο θύμα για τους δύο κατηγορούμενους, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τον χώρο του, τις συνήθειές του αλλά και τη μειωμένη αντίσταση που του προκαλούσε το ποτό.

 Για την οικογένεια του θύματος, η οποία παρίσταται ως πολιτική αγωγή,  και οι δύο κατηγορούμενοι θα πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά. Όπως ανέφερε ο δικηγόρος τους, Μάνθος Πηρουνάκης, «για μας πρόκειται για συναπόφαση και συνεκτέλεση» τόνισε.  Οι δύο Βούλγαροι είχαν μπει στο σπίτι του 71χρονου και στο παρελθόν για να τον κλέψουν.

Τη νύχτα του εγκλήματος αποφάσισαν να τον «επισκεφθούν» για μία ακόμα φορά καθώς είχαν ξεμείνει από χρήματα. Ο ηλικιωμένος κοιμόταν, αντιλήφθηκε το θόρυβο και προσπάθησε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Άρπαξαν ένα μαξιλάρι από την ντουλάπα, το πίεσαν στο πρόσωπο του και άρχισαν να τον μαχαιρώνουν μέχρι που εξέπνευσε. Προσπάθησε να αντισταθεί, όμως ήταν ανήμπορος να αντιμετωπίσει τη βιαιότητα των δύο νεαρών.

Έβαλαν το μαξιλάρι στη θέση του (υπήρχαν ίχνη), έπλυναν και σκούπισαν τα χέρια σε μία πετσέτα, στην οποία επίσης βρέθηκαν ίχνη αίματος, και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή, πετώντας σε παρακείμενο οικόπεδο με ξερόχορτα το φονικό μαχαίρι, το κλειδί της πόρτας και ένα ζευγάρι κάλτσες, τις οποίες στην αρχή φορούσε ο 17χρονος και ύστερα τις έβγαλε για να τις φορέσει σαν γάντια στα χέρια, στοιχείο το οποίο ήταν κομβικό για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Η μητέρα του ανήλικου Βούλγαρου διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον ηλικιωμένο και τον επισκεπτόταν συχνά στο σπίτι.

Ήταν στους πρώτους προσαχθέντες για ανάκριση και έδωσε γενετικό υλικό για τη διαδικασία της ταυτοποίησης. Η μερική ταύτιση του γενετικού υλικού της με το DNA που ανιχνεύτηκε στις κάλτσες, «άνοιξε» το δρόμο των ερευνών στους αστυνομικούς της Ασφάλειας αφού ήταν ξεκάθαρο ότι δράστης ήταν κάποιο συγγενικό της πρόσωπο. Αστυνομικοί είχαν αναφέρει ότι μετά το φρικιαστικό έγκλημα, οι δύο νεαροί πήγαν σε μπαρ της περιοχής και τα ήπιαν σαν να μην έτρεχε τίποτα.