Της Κατερίνας Μυλωνά

Η φοροεπιδρομή, η μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών και η άλωση της αγοράς από τις πολυεθνικές είχαν ως αποτέλεσμα τα καταστήματα του Ηρακλείου να δουν τους τζίρους τους να μειώνονται κατά 10% σε σχέση με την περσινή καλοκαιρινή εκπτωτική περίοδο.

Η αυλαία για τις θερινές εκπτώσεις έπεσε χθες και, παρά την αυξημένη τουριστική κίνηση, οι έμποροι του Ηρακλείου δεν είδαν τα έσοδά τους να αυξάνονται αντίστοιχα.

Ο πρόεδρος του Eμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου και της Ομοσπονδίας Εμπορικών Συλλόγων Κρήτης, κ. Μανώλης Κουμαντάκης, ανέφερε στην «Π» πως όλες οι εμπορικές επιχειρήσεις του Ηρακλείου και της Κρήτης, γενικότερα, είχαν προχωρήσει από την πρώτη στιγμή σε μεγάλες εκπτώσεις ενώ διέθεταν ποιοτικά προϊόντα. Ωστόσο, παρά και το πλήθος των ξένων επισκεπτών, σημειώθηκε μια πτώση σε σχέση με το περσινό καλοκαίρι της τάξης του 10%. Ο κ. Κουμαντάκης θεωρεί πως ευθύνονται μία σειρά από παράγοντες, όπως είναι οι μειώσεις στα εισοδήματα του κόσμου και ο φόβος για τις φορολογικές επιβαρύνσεις που έρχονται από το φθινόπωρο σύμφωνα με το Γ΄Μνημόνιο.

Ωστόσο, θεωρεί πως με βάση τα δεδομένα που επικρατούν στην κοινωνία και την οικονομία υπάρχει μια σχετική ικανοποίηση στον εμπορικό κόσμο.

Σε ερώτηση αν μπορεί να συγκρίνει κανείς την κίνηση στην αγορά σε σχέση με τις χρονιές πριν από την κρίση, ο κ. Κουμαντάκης απαντά πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο καθώς είναι διαφορετικά τα μεγέθη. Ενδεικτικά αναφέρει πως από την αρχή της κρίσης έχει βάλει λουκέτο το 40% των επιχειρήσεων.

Όσο αφορά στο μερίδιο της αγοράς που έχουν κερδίσει τα πολυκαταστήματα, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ηρακλείου τονίζει πως έχει γίνει μία πλήρης άλωση της αγοράς ενώ έχουν εξαλειφθεί όλα τα νομοθετήματα που έβαζαν ορισμένους φραγμούς έναντι των πολυεθνικών για την προστασία των τοπικών οικονομιών.

Για αυτό το λόγο, ο εμπορικός σύλλογος επεσήμανε την ανάγκη να προωθηθεί και να επικαιροποιηθεί η μελέτη της παλιάς πόλης.

Μειωμένος ο τζίρος κατά 10%

Βελτιωμένη εικόνα σε σχέση με την περυσινή προκύπτει από την έρευνα της ΕΣΕΕ για τις θερινές εκπτώσεις, ωστόσο οι προσδοκίες του εμπορικού κόσμου εκπτώσεων περί ουσιαστικότερης ανάκαμψης δεν επαληθεύτηκαν καθώς συνολικά η έρευνα (πραγματοποιήθηκε σε δείγμα 200 επιχειρήσεων) καταγράφει πτώση του τζίρου κατά 9,7% σε σύγκριση με πέρυσι.

Δεν πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής ότι το καλοκαίρι του 2015 διαδραματίστηκαν πρωτόγνωρα γεγονότα όπως η επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων και της τραπεζικής αργίας, που είχαν καταλυτική επίδραση στο επίπεδο των εμπορικών συναλλαγών.

Τα αποτελέσματα της έρευνας που ανακοινώθηκαν χθες από την ΕΣΕΕ αναφέρουν ακόμη ότι σχετικά καλύτερη εικόνα σε σχέση με την υπόλοιπη αγορά καταγράφεται στις εμπορικές επιχειρήσεις που συμμετέχουν στα Ανοικτά Κέντρα Εμπορίου.

Υψηλότερο ήταν εφέτος το μέσο ποσοστό έκπτωσης καθώς στην πλειονότητα των επιχειρήσεων (60%) το ποσοστό της έκπτωσης κυμάνθηκε μεταξύ 21% και 40%, όταν την αντίστοιχη περυσινή περίοδο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 39%. Παράλληλα, στη διάρκεια της φετινής θερινής εκπτωτικής περιόδου περίπου μία στις πέντε επιχειρήσεις πραγματοποίησε πωλήσεις με ποσοστό έκπτωσης άνω του 40%, όταν πέρυσι στην αντίστοιχη επιλογή οδηγήθηκε μία στις τρεις επιχειρήσεις.

Όσον αφορά στην εξέλιξη των πωλήσεων διαπιστώθηκε ότι πάνω από μία στις δύο επιχειρήσεις (53%) εμφάνισε υποχώρηση στις πωλήσεις σε σύγκριση με το 2015, ενώ στασιμότητα δήλωσε το 1/3. Αντίθετα, το ποσοστό αυτών που δήλωσαν ότι οι εκπτώσεις του 2016 ήταν καλύτερες σε σύγκριση με την περσινή περίοδο ανέρχεται στο 14% (5% στις θερινές εκπτώσεις του 2015).

Για τα καταστήματα που άνοιξαν την Κυριακή 17 Ιουλίου (το 27% των συμμετεχόντων στην έρευνα) παρατηρείται ότι η πλειονότητα των επιχειρηματιών, της τάξης του 80%, πιστεύει ότι το άνοιγμα του καταστήματος την Κυριακή δεν επηρέασε τον συνολικό τζίρο της θερινής εκπτωτικής περιόδου και μόλις ένας στους πέντε δηλώνει ότι κατέγραψε αύξηση των πωλήσεών του.

Για τις επιχειρήσεις των Ανοιχτών Κέντρων Εμπορίου οι πωλήσεις των φετινών θερινών εκπτώσεων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος κυμάνθηκαν στα ίδια επίπεδα ή κατέγραψαν αυξητική τάση σε ποσοστά υψηλότερα σε σχέση με τις επιχειρήσεις του γενικού πληθυσμού. Από το 20% των ερωτηθέντων που δήλωσαν αύξηση των πωλήσεών τους, η πλειονότητα (42%) υποστήριξε πως η τόνωση του τζίρου τους κυμάνθηκε σε επίπεδα έως 10%.

“Η αυξημένη τουριστική κίνηση στη διάρκεια του Ιουλίου και του Αυγούστου δεν κατάφερε να αποφέρει τα αναμενόμενα έσοδα στον κλάδο του Εμπορίου και να τονώσει τον τζίρο στις περιοχές υψηλής επισκεψιμότητας”, αναφέρει σε δηλώσεις του ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Βασίλης Κορκίδης. “Οι υφιστάμενες αλλά και οι επικείμενες φορολογικές υποχρεώσεις, προσθέτει, φαίνεται πως διαδραμάτισαν καθοριστικό παράγοντα στην αδυναμία και διστακτικότητα που επέδειξε το καταναλωτικό κοινό στα κοινώς ομολογουμένως υψηλά ποσοστά εκπτώσεων που προέβησαν οι εμπορικές επιχειρήσεις”.

Στα Χανιά

Μειωμένος σε σχέση με το 2015 ήταν ο τζίρος των εμπορικών καταστημάτων στα Χανιά κατά την περίοδο των θερινών εκπτώσεων, σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας που έδωσε χθες στη δημοσιότητα ο Εμπορικός Σύλλογος.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του συλλόγου, τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν τα εξής:

Ο τζίρος στην εκπτωτική περίοδο σε σύγκριση με τα περσινά δεδομένα κυμάνθηκε πτωτικά από 10% έως 14%.

Ένα ποσοστό, που κυμαίνεται από 20% έως το 25% των εμπόρων, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στις φορολογικές -ασφαλιστικές υποχρεώσεις του, ενώ άλλο ένα 20% εκφράζει το φόβο ότι βραχυπρόθεσμα δεν θα καταφέρει.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, στα εμπορικά καταστήματα στην τουριστική περιοχή Χρυσή Ακτή, Αγία Μαρίνα, Πλατανιάς, Γεράνι, κατά την περίοδο Απριλίου-Αυγούστου, ο τζίρος των καταστημάτων ήταν πτωτικός κατά περίπου 20%.

Αύξηση 3% έως 5% παρουσιάζουν στην ίδια περιοχή τα μίνι μάρκετ, τα μικρά σούπερ μάρκετ και τα αρτοποιεία. Ο τζίρος στην εστίαση, στην ίδια τουριστική περιοχή, μέχρι τέλος Αυγούστου ήταν πτωτικός σε σχέση με πέρυσι, από 15% έως 20%.

Στην ανακοίνωσή του ο Εμπορικός Σύλλογος αποδίδει την εικόνα της αγοράς στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, αλλά και των ξένων επισκεπτών, καθώς και στην εμπορική δραστηριότητα που αναπτύσσουν μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων.