
Η κλιματική αλλαγή, η ρύπανση, η υπεραλίευση, η παράκτια ανάπτυξη και μια σειρά από άλλους παράγοντες αλλάζουν δραστικά την εικόνα της Μεσογείου, όπου συναντώνται, πια, είδη από τον Ινδο-Ειρηνικό ωκεανό, γνωστά με την ονομασία “Λεσσεψιανοί Μετανάστες”. Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Θαλάσσιας Βιολογίας, Βιοτεχνολογίας και Υδατοκαλλιεργειών του ΕΛΚΕΘΕ, μέσα από την ερευνητική υποδομή LifeWatchGreece, (ESFRI) αναπτύσσουν τον ηλεκτρονικό χώρο των υπηρεσιών και των εικονικών εργαστηρίων για την έρευνα στα δεδομένα και τα παρατηρητήρια δεδομένων προκειμένου να καταγράψουν τις αλλαγές που υλοποιούνται στις θάλασσές μας.
Το ΕΛΚΕΘΕ στο επίκεντρο της θαλάσσιας έρευνας
Ο διευθυντής του ινστιτούτου, Δρ. Αντώνης Μαγουλάς, αναφέρει στην «Π» πως η συμμετοχή σε μεγάλες πανευρωπαϊκές ερευνητικές υποδομές αποτελεί μια κεντρική αναπτυξιακή επιλογή διότι δίνει μια σειρά από πλεονεκτήματα, κάνει το ινστιτούτο πολύ πιο ορατό στον ευρωπαϊκό χώρο και αυξάνει την επίδοση και αξιοπιστία του.
«Έχουμε ανάγκη να βρίσκουμε μηχανισμούς και τρόπους να αυξάνουμε την προβολή μας και την εγκυρότητά μας στα μάτια του διεθνούς κοινού που είναι δυνητικοί χρήστες των υποδομών και υπηρεσιών μας», εξηγεί. Παράλληλα, το ΕΛΚΕΘΕ έχει πρόσβαση σε υποδομές και τεχνογνωσία άλλων ερευνητικών κέντρων.
Το καυτό θέμα στην εποχή μας είναι η αξιοποίηση των αποτελεσμάτων στην έρευνα και ο τρόπος να βρει κανείς χρήστες και ερευνητές που θα θελήσουν να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές για εκπαίδευση είτε να κάνουν μέρος των πειραμάτων τους εδώ, να βρουν και ιδιωτικούς φορείς που θα ζητήσουν να χρησιμοποιήσουν συγκεκριμένες εφαρμογές», τονίζει ο κ. Μαγουλάς.
Αυτή τη στιγμή το ινστιτούτο συμμετέχει σε τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές υποδομές, την EMBRC, την οποία έχει αναδείξει η «Π», το LifeWatch, και τις Elixir και Bioimaging. Ο δρ. Χρήστος Αρβανιτίδης τονίζει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δώσει μεγάλο βάρος στην ανάπτυξη των Ερευνητικών Υποδομών, όπου η Ελλάδα συμμετέχει, πλέον, με καθοριστικό ρόλο.
Ο λόγος είναι ότι «η σημαντικότητα των υποδομών είναι ο αντίκτυπος που αναμένεται να έχουν στην προώθηση της ευρωπαϊκής έρευνας. Οι επίτροποι τον συγκρίνουν με την επανάσταση που έφερε στην επιστήμη η δυνατότητα του να ταξιδεύει κανείς με αεροπλάνο με κινητήρες τζετ ή τη δυνατότητα να επικοινωνεί με το ίντερνετ. Τα ερωτήματα δεν αφορούν πλέον τοπικές κλίμακες, όπως για παράδειγμα το λιμάνι ή τον κόλπο του Ηρακλείου, αλλά ολόκληρη την ήπειρό μας, και σε συνδυασμό με αντίστοιχες Ερευνητικές Υποδομές που υπάρχουν σε άλλες ηπείρους, ολόκληρο τον κόσμο», αναφέρει.
Η θάλασσά μας αλλάζει
Ο υπεύθυνος του LifeWatchGreece, Δρ. Χρήστος Αρβανιτίδης, αναφέρει στην «Π» πως πρόκειται για μια εθνική υποδομή που αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής υποδομής, στην οποία μετέχουν οχτώ χώρες μέλη της ΕΕ. Στόχος είναι να απαντηθούν τα ευρείας κλίμακας επιστημονικά ερωτήματα στο αντικείμενο της βιοποικιλότητας και να αναπτυχθούν εκείνες οι διαδικτυακές υπηρεσίες για την έρευνα πάνω στα δεδομένα και τα παρατηρητήρια δεδομένων της βιοποικιλότητας. Έτσι, όλοι οι ενδιαφερόμενοι χρήστες θα μπορούν να προσεγγίσουν τη βιοποικιλότητα, να εξερευνήσουν τα δεδομένα τα οποία υπάρχουν και συγκεντρώνονται στην Εθνική Υποδομή, από πού έχουν συλλεχθεί, πότε και για ποιο λόγο. Η Εθνική Υποδομή LifeWatchGreece στηρίζεται σε μια σειρά διαδικτυακών υπηρεσιών, οι οποίες διακρίνονται σε ηλεκτρονικές υπηρεσίες και εικονικά εργαστήρια.
Στην ερώτηση αν έχουν παρατηρηθεί αλλαγές στις ελληνικές θάλασσες απαντά πως σε περιοχές κοντά στα Δωδεκάνησα, δηλαδή μέσα στο κύριο ρεύμα των Λεσσεψιανών μεταναστών, ειδών , δηλαδή, που προέρχονται από τον Ινδο- Ειρηνικό ωκεανό και εισβάλουν στη Μεσόγειο μέσω του καναλιού του Σουέζ, εντοπίζονται πλέον αλλαγές στα οικοσυστήματα.
«Όσο ερχόμαστε προς τα δυτικά και προσεγγίζουμε το νησί μας , εδώ οι αλλαγές γίνονται λιγότερο αντιληπτές, εκτός από ορισμένες περιπτώσεις, όπως συγκεκριμένα είδη, για παράδειγμα ο “γερμανός” και ο “λαγοκέφαλος”», αναφέρει ο κ. Αρβανιτίδης. Η υποδομή παρέχει την υπολογιστική ικανότητα που χρειάζεται για να προσομοιώσουν οι επιστήμονες το ποια είδη από τον Ινδο- Ειρηνικό ωκεανό αναμένεται να έρθουν και εγκατασταθούν με μεγάλους πληθυσμούς στη θάλασσά μας, τη Μεσόγειο, στα επόμενα 20, 30 ή 50 χρόνια. «Αυτή τη στιγμή υπάρχουν παρατηρητήρια, τα οποία παρακολουθούν ποια είδη εισέρχονται στη Μεσόγειο από την περιοχή του Σουέζ, σχετικά γρήγορα στο Ισραήλ πρώτα και στις άλλες χώρες έπειτα. Στην Ελλάδα, υπάρχει ειδική πλατφόρμα για την παρακολούθηση της πορείας τους στο Αιγαίο», προσθέτει.
Ο υπεύθυνος της υποδομής για την Ελλάδα τονίζει πως «μια σειρά από οργανισμούς εισβάλουν στη Μεσόγειο. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες, οι οποίες επικρατούν τις τελευταίες δεκαετίες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πιο κοντά στις περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν στην Ερυθρά και τον Ινδο- Ειρηνικό ωκεανό», αναφέρει.
«Αυτό που γίνεται, είναι ότι όταν τα είδη αυτά έρθουν στις δικές μας περιοχές συνήθως δεν έχουν εχθρούς και μπορούν να αναπτύσσονται με μεγάλους ρυθμούς και ταυτόχρονα καταναλώνουν τους πόρους του οικοσυστήματος, δηλαδή τα φυτά, τα υπάρχοντα είδη ζώων, π.χ. ψαριών και σκουληκιών», αναφέρει ο κ. Αρβανιτίδης.
«Υπάρχουν αλλαγές στο οικοσύστημα, οι οποίες είναι όλο και πιο σημαντικές και γίνονται όλο και πιο αντιληπτές όσο πηγαίνουμε πιο κοντά στο σημείο, στο οποίο εισβάλλουν δηλαδή στις ακτές του Ισραήλ, δίπλα στο Σουέζ.
Το οικοσύστημα προσπαθεί να ανακάμψει κάθε φορά που υπάρχει μια εισβολή», εξηγεί.
Σημειώνεται πως η υποδομή που αφορά στη βιοποικιλότητα οργανώνεται σε τρία επίπεδα: στο μοριακό που αφορά στα γονίδια, στο επίπεδο των ειδών και των οικοσυστημάτων.
Υπάρχουν αποθέματα ορισμένων ειδών τα οποία μειώνονται, σε επίπεδο Μεσογείου. «Είναι λογικό αυτό, όταν αλλάζει το οικοσύστημα, αλλάζουν οι παράμετροι που ευνοούν ή όχι αυτά τα είδη και επομένως είναι λογικό να μειώνονται οι πληθυσμοί τους. Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μόνο ένας παράγοντας που δρα σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή», εξηγεί ο κ. Αρβανιτίδης. Καθοριστικό ρόλο παίζουν ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η ρύπανση, ο τουρισμός, η παράκτια ανάπτυξη, η υπεραλίευση και, φυσικά, η κλιματική αλλαγή.
«Η δική μας προσέγγιση στρέφεται στο πώς θα μπορέσουμε να εντοπίσουμε το αποτέλεσμα του καθενός από τους παράγοντες αυτούς στη βιοποικιλότητα», αναφέρει.

