Η Ελλάδα είναι η κύρια πύλη εισόδου ναρκωτικών στην Ευρώπη, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του 2015 για τα ναρκωτικά από το Συντονιστικό Όργανο Δίωξης Ναρκωτικών και την Εθνική Μονάδα Πληροφοριών. Η γειτνίαση με χώρες όπως η Τουρκία και η Αλβανία αλλά και τα γεωπολητικά χαρακτηριστικά της χώρας μας βοηθούν στην εμπορία των ναρκωτικών ουσιών, λένε οι ειδικοί, οι οποίοι έδωσαν την έκθεσή τους στη δημοσιότητα.

«Τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά της χώρας μας είναι ιδιαίτερα, καθώς διαθέτει εκτεταμένη ακτογραμμή που αγγίζει τα 18.000 χιλιόμετρα (περίπου μισό της ακτογραμμής της Αφρικής), πολυάριθμα νησιά και βραχονησίδες (περισσότερα από 9.000), μεγάλο αριθμό αερολιμένων και λιμένων, αλλά και στρατηγική θέση ανάμεσα σε τρεις ηπείρους.

Τα στοιχεία αυτά την καθιστούν περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και δράσης για τα διεθνή δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη μελέτη των υποθέσεων που μας απασχόλησαν, η χώρα μας αποτελεί κυρίως "πύλη εισόδου" των ναρκωτικών ουσιών στην ΕΕ.»

Όπως σημειώνεται στην έκθεση «ειδικότερα, η χώρα μας γειτνιάζει με χώρες όπως η Αλβανία και η Τουρκία, όπου η δράση εγκληματικών ομάδων είναι ιδιαίτερα έντονη, σε όλες τις μορφές του οργανωμένου εγκλήματος, με προεξάρχουσα δραστηριότητα την παράνομη διακίνηση ναρκωτικών.

Επίσης βρίσκεται πάνω σε έναν από τους κυριότερους δρόμους διακίνησης ναρκωτικών, τον λεγόμενο "Βαλκανικό Άξονα", ο οποίος ενώνει τις περιοχές με τη μεγαλύτερη παραγωγή οπιούχων στον κόσμο (Μέση Ανατολή και Κεντρική Ασία) με τις χώρες της βορειοδυτικής Ευρώπης που καταναλώνουν, κατά κύριο λόγο, τις παραγόμενες ναρκωτικές ουσίες. Τέλος, η ύπαρξη πολλών διεθνών λιμένων και αερολιμένων στην επικράτειά της, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα εκτεταμένα ελληνικά σύνορα αποτελούν ταυτόχρονα και σύνορα της ΕΕ, ευνοούν την παράνομη διακίνηση φορτίων κοκαΐνης που προέρχονται από χώρες κυρίως της Λατινικής Αμερικής».

Σχετικά με τις υπηκοότητες των κατηγορουμένων σε σπείρες ήταν περίπου 72% Έλληνες, 20% υπήκοοι Αλβανίας και 3% Βουλγαρίας. Αντίθετα οι κύριες υπηκοότητες των κατηγορούμενων που ενεπλάκησαν έχοντας ηγετικό ρόλο στις εγκληματικές ομάδες είναι περίπου 51% Έλληνες και 39% υπήκοοι Αλβανίας.

Επίσης, όπως προέκυψε κατά τη διερεύνηση των υποθέσεων, «προκειμένου να συγκαλύψουν την παράνομη δραστηριότητά τους και να μην αποκαλυφθούν στις διωκτικές αρχές, οι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες χρησιμοποιούν διαδικτυακές εφαρμογές επικοινωνίας και τηλεφωνικές συνδέσεις που δεν είναι δηλωμένες στα πραγματικά τους στοιχεία, αλλά σε στοιχεία συνήθως ανύπαρκτων αλλοδαπών -ghost phones-, όπως υπηκόων Κίνας, Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Ινδίας, Ακτής Ελεφαντοστού κ.ά. Κατά τις συνομιλίες τους χρησιμοποιούν ψευδώνυμα και κωδικοποιημένες εκφράσεις ή χρησιμοποιούν τις τηλεφωνικές συνδέσεις συγγενικών τους προσώπων, ενώ παράλληλα φροντίζουν να αντικαθιστούν τις τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποιούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα».



Ρομά

Σχετικά με τον ρόλο των Ρομά στη διακίνηση τονίζεται μεταξύ άλλων ότι γίνεται εντός καταυλισμών ενώ «η αστυνόμευση στις εν λόγω περιοχές παρουσιάζει συνήθως πολλές δυσκολίες καθώς το οδικό δίκτυο τυγχάνει υποτυπώδες έως ανύπαρκτο, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι Ρομά τοποθετούν εμπόδια (σκουπίδια - μπάζα) κατά μήκος των οδών ή δημιουργούν μεγάλες λακκούβες στο οδόστρωμα. Έτσι, η κίνηση των υπηρεσιακών οχημάτων καθίσταται δυσχερής έως και αδύνατη, ενώ η έλλειψη φωτισμού παρέχει κάλυψη και ευκολία διαφυγής. Συχνά χρησιμοποιούνται ανήλικοι Ρομά, οι οποίοι τοποθετούνται από τους ενήλικους στις εισόδους των καταυλισμών, με στόχο όταν προσεγγίζει τον χώρο κάποιο υπηρεσιακό όχημα να εμποδίζουν τη διέλευσή του και παράλληλα να ενημερώνουν για την άφιξή του. Επιπρόσθετα, μεταξύ τους υπάρχει αλληλοϋποστήριξη και νιώθουν ασφαλείς λόγω του ότι δρουν στην περιοχή τους, δημιουργώντας επεισόδια με τους αστυνομικούς, κυρίως με λιθοβολισμούς. Έτσι, καθίσταται αναγκαία η παρουσία ισχυρών αστυνομικών δυνάμεων προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής πρόσβαση, παραμονή και αποχώρησή τους από τους συγκεκριμένους χώρους».

Πανεπιστημιακοί χώροι

Για τη διακίνηση στα πανεπιστημιακά ιδρύματα σημειώνεται ότι οι χώροι γύρω και μέσα από αυτά «προσελκύουν το ενδιαφέρον μηχανισμών διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Οι έμποροι αλλά και οι χρήστες ναρκωτικών βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και "άνεση κινήσεων" στους προστατευόμενους από το άσυλο χώρους. Συχνά συστήνονται συμμορίες τα μέλη των οποίων αναλαμβάνουν συγκεκριμένους διακριτούς ρόλους.

Την εμπορία στους επίδοξους αγοραστές αναλαμβάνει διακινητής, έτερο άτομο συλλέγει τα χρήματα και οι προαναφερόμενοι υποστηρίζονται από "τσιλιαδόρους" που επιτηρούν και εποπτεύουν τον χώρο, προκειμένου να αποφύγουν πιθανή αστυνομική έρευνα».