Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, κ. Νεκτάριος Ταβερναράκης, εκτιμά πως το τοπίο θα ξεκαθαρίσει τα επόμενα δύο χρόνια και τώρα κανείς δε γνωρίσει σε τι βαθμό το Brexit θα επηρεάσει το κομμάτι της έρευνας. “Βλέπω, όμως, ότι υπάρχει μια πολύ μεγάλη ανησυχία από τους ανθρώπους που είναι στη Μ. Βρετανία, έχουν επικοινωνήσει πολλοί από τους Έλληνες ερευνητές με τη χώρα μας και ρωτούν αν υπάρχουν προοπτικές για άνοιγμα θέσεων εδώ. Θέλουν να γυρίσουν πίσω», αναφέρει. Προσθέτει πως αν όντως η Μ. Βρετανία αποχωρήσει από την Ε.Ε. οι επιστήμονες θα πληγούν σε πολύ μεγάλο βαθμό γιατί θα χάσουν την εύκολη πρόσβαση που έχουν τώρα σε πόρους χρηματοδότησης από την Ε.Ε., «όπου το Ηνωμένο Βασίλειο, παραδοσιακά ,ήταν πολύ ανταγωνιστικό σε τέτοια προγράμματα. Οι επιστήμονες εκεί είχαν πολύ μεγάλες επιτυχίες, αν δει κανείς το ποσοστό αυτών που παίρνουν χρηματοδοτήσεις από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας, το Ηνωμένο Βασίλειο παίρνει τη μερίδα του λέοντος». Εκτιμά ότι μπορεί να υπάρξει μία ειδική συμφωνία μεταξύ Μ. Βρετανίας και Ε.Ε., όπως έχει συμβεί με την Ελβετία. «Το ΙΤΕ δε νομίζω ότι θα υποστεί κάποια συνέπεια γιατί οι χρηματοδοτήσεις που έχουμε σε συνεργασία με ερευνητές στην Αγγλία δεν πρόκειται να πάθουν κάτι από το Brexit, δεν πρόκειται να χάσουμε εμείς το κομμάτι της δικής μας χρηματοδότησης», αναφέρει.
Σε ερώτηση με ποιες χώρες συνεργάζεται περισσότερο το ΙΤΕ, ο κ. Ταβερναράκης απαντά πως είναι κυρίως κράτη μέλη της Ε.Ε. αλλά και οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, το Ισραήλ. Ο κ. Ταβερναράκης εντοπίζει το πρόβλημα κυρίως στο θέμα των πτυχίων των Ελλήνων φοιτητών της Μ. Βρετανίας καθώς αν αποχωρήσει από την Ε.Ε. χωρίς να υπάρξει κάποια διμερής συμφωνία, τότε δε θα αναγνωρίζονται τα πτυχία τους. «Είναι πολύ νωρίς ακόμα για να βγάλουμε συμπεράσματα γιατί, πραγματικά , δεν ξέρουμε, είμαστε σε αχαρτογράφητα νερά, εξαρτάται πώς θα είναι η σχέση της Ε.Ε. με τη Μ. Βρετανία και αυτό θα προκύψει μετά από συνομιλίες, συμφωνίες, αλλά υπάρχουν οι παραπάνω οι κίνδυνοι», καταλήγει.

