«Όλοι μαζί γράψαμε ιστορία!» τόνισε στην λήξη των εργασιών της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου στο Κολυμπάρι ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, ο οποίος έκανε μία σύντομη αλλά ειλικρινή αποτίμηση των όσων διαδραματίστηκαν διαρκούσης της Συνόδου.

«Είναι γεγονός ότι υπήρξαν απουσίες, αδικαιολόγητες για εμάς. Είναι γεγονός ότι είχαμε και δυσκολίες. Δεν ήταν όλα εύκολα, δεν ήταν όλα ρόδινα. Υπήρξαν οξύτητες, εντάσεις, δυσφορίες, απαισιοδοξία για το αποτέλεσμα, όμως ήταν συνεχής η προσευχή όλων και σταθερή η ελπίδα ότι την θύελλα και την τρικυμία θα διαδεχόταν η νηνεμία, όπερ και εγένετο».

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης επισήμανε ότι τελικώς επικράτησε η συμφωνία, η ομοψυχία, η ομόνοια και η ομοφωνία, «ό,τι σπουδαιότερο επιτύχαμε».

Η πιο δύσκολη φάση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου, πέραν φυσικά από την απουσία των τεσσάρων Ορθόδοξων Εκκλησιών (Ρωσίας, Βουλγαρίας, Γεωργίας και Αντιοχείας) ήταν η συζήτηση του ακανθώδους κείμενου για την σχέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τον λοιπό χριστιανικό κόσμο, όπως ήδη είχε προαναγγείλει η «Π».  Ένα θέμα που αποτελεί «κόκκινη γραμμή» για ορισμένες Εκκλησίες, οι οποίες χαρακτηρίζονται για την πιο συντηρητική τους θεώρηση, και είχε προκαλέσει σοβαρότατες αντιδράσεις από μερίδα Ιεραρχών, θεολόγων και κληρικών τόσο στους κόλπους της Ελλαδικής Εκκλησίας όσο και στο εσωτερικό άλλων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Είχαν υποβληθεί ενστάσεις και τροποποιήσεις  και από τις απούσες Εκκλησίες.

Το πρόβλημα, με απλά λόγια, είναι ότι οι διαφωνούντες δεν επιθυμούσαν σε καμία περίπτωση να «νομιμοποιήσουν» μέσω του επίμαχου κειμένου την ύπαρξη άλλων Εκκλησιών (κυρίως της Ρωμαιοκαθολικής) και επιμένουν περισσότερο στον όρο «Χριστιανικές κοινότητες».

Επί της συζητήσεως του κείμενου οι τόνοι ανέβηκαν στην Αγία και Μεγάλη Σύνοδο και μάλιστα δεν έλειψε  και η αντιπαράθεση  ανάμεσα στους Προκαθημένους της Εκκλησίας της Ελλάδος και της Κύπρου. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών κ. Ιερώνυμος εμφανίστηκε αμετακίνητος στο να επιτρέψει να εγκριθεί το κείμενο ως είχε και επέμεινε στην προσθήκη τροποποιήσεων, όπως επίσης στις ενστάσεις τους επέμειναν και άλλοι Προκαθήμενοι.

Με τον Οικουμενικό Πατριάρχη να παλεύει να κρατηθούν οι  ισορροπίες ώστε να μην τιναχθεί λίγο πριν την λήξη της στον αέρα η Σύνοδος, η «χρυσή» τομή βρέθηκε.

Η πιο σημαντική τροποποίηση αφορά  στην παράγραφο 6 του προσυμφωνημένου κειμένου στην οποία αναφερόταν ότι:  «Η Ορθόδοξος Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορική ύπαρξη άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών». Η τελική διαμόρφωση αναφέρει: «Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει την ιστορική ονομασία άλλων ετερόδοξων Χριστιανικών Εκκλησιών και Ομολογιών».

Παρʼ όλα αυτά, εκτιμάται ότι ακόμα και με την διατύπωση αυτή ενδυναμώνεται ο δίαυλος επικοινωνίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις άλλες Εκκλησίες καθώς διευκολύνεται ο διάλογος που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και χρόνια. Το στίγμα έδωσε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος κατά την λήξη των εργασιών, εξέφρασε την ευγνωμοσύνη τους στους παριστάμενους παρατηρητές των άλλων Εκκλησιών, υπογραμμίζοντας ότι η Αγία Σύνοδος παρέχει τα εχέγγυα για να «αναζωογονήσουμε την διαδικασία του διαλόγου».

Τέλος καλό, όλα καλά; Αυτό είναι ένα ερώτημα στο οποίο οι απαντήσεις θα δοθούν εν καιρώ  οπότε και θα έχουμε τις επίσημες τοποθετήσεις των απουσών Εκκλησιών σχετικά με την αποδοχή των αποφάσεων που ελήφθησαν.