
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Εξελίξεις που υπερβαίνουν τα εκκλησιαστικά ζητήματα και αποκτούν πολιτικές προεκτάσεις σηματοδοτεί η απόφαση του ουκρανικού κοινοβουλίου να ζητήσει ευθέως την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριάρχη για την Αυτοκεφαλία της Σχισματικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας, στη διάρκεια της Πανορθόδοξης Συνόδου της Κρήτης.
Το θέμα αυτό αποτελεί «casus belli» για την Εκκλησία της Ρωσίας, στη δικαιοδοσία της οποίας ανήκει η Ουκρανική Εκκλησία καθώς στο παρελθόν έχει απειλήσει ακόμα και με σχίσμα το Φανάρι.
Το ψήφισμα-έκκληση της ουκρανικής βουλής προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη έρχεται σε μία χρονική περίοδο που οι σχέσεις της Μόσχας με το Φανάρι βρίσκονται σε μετωπική σύγκρουση με αφορμή την διεξαγωγή της Πανορθόδοξης και την οριστική άρνηση της Ρωσίας να συμμετέχει σε αυτήν, παρά τα συμφωνηθέντα στην Γενεύη τον περασμένο Ιανουάριο.
Στο κείμενο του ψηφίσματος, το οποίο υπογράφει ο πρόεδρος της ουκρανικής βουλής, αναφέρεται μεταξύ άλλων: «Το σύγχρονο Πατριαρχείο Μόσχας είναι πολύ στενά συνδεδεμένο με το κυβερνών καθεστώς στη Ρωσία. Στα μάτια του ουκρανικού λαού, αυτό δεν μοιάζει με Εκκλησία αλλά ως ένα «υπουργείο της ρωσικής πολιτικής ιδεολογίας».
Η ουκρανική κυβέρνηση το τελευταίο χρονικό διάστημα εντείνει τις πιέσεις της για την αυτοκεφαλία της Εκκλησίας του Κιέβου.
Στην σύναξη των Προκαθημένων στο Σαμπεζύ της Γενεύης, τον περασμένο Ιανουάριο, ο Πατριάρχης Κύριλλος είχε ασκήσει βέτο για το θέμα της Ουκρανικής Εκκλησίας ως απαράβατο όρο για την διεξαγωγή της Πανορθόδοξης, με τον Οικουμενικό Πατριάρχη να διαβεβαιώνει πως δεν τίθεται ζήτημα Αυτοκεφαλίας των σχισματικών καθώς αναγνωρίζει μόνο την Ουκρανική Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας. Σχεδόν έξι μήνες μετά, τα δεδομένα έχουν αλλάξει δραματικά μετά και την αρνητική στάση της Ρωσίας να συμμετέχει στην Μεγάλη Σύνοδο, εμμένοντας στην αναβολή της και θέτοντας ζήτημα νομιμότητας των αποφάσεων που θα ληφθούν με την ολοκλήρωση των εργασιών της.
Το ενδεχόμενο αυτό, δηλαδή ο Οικουμενικός Πατριάρχης να ανακηρύξει τελικά την Εκκλησία του Κιέβου ως αυτοκέφαλη, το τρέμει το Πατριαρχείο Μόσχας αλλά ακόμα περισσότερο το φοβάται ο ίδιος ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν, ο οποίος ως γνωστόν «επενδύει» στο όραμα μιας Ορθόδοξης αυτοκρατορίας. Το Πατριαρχείο Μόσχας κατηγορεί το Φανάρι για υποκρισία καθώς ενώ επισήμως διαβεβαιώνει ότι δεν τίθεται ζήτημα αυτοκεφαλίας, παρασκηνιακά ενθαρρύνει τις διαβουλεύσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.
Πάντως, εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι της Ρωσίας εκτιμούν ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δεν θα ρισκάρει να έρθει σε ευθεία ρήξη με τη Μόσχα και δεν θα προβεί σε καμία τέτοια κίνηση, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της Πανορθόδοξης, υπενθυμίζοντας ότι αυτή ήταν και η συμφωνία της Γενεύης.
«Δεν είναι
μπρα-ντε-φερ»
Σε αυτήν την εκτίμηση συγκλίνουν και εκκλησιαστικοί κύκλοι προσκείμενοι στο Φανάρι, οι οποίοι εκτιμούν ότι παρά τις μεθοδεύσεις της Ρωσίας να «σαμποτάρει» την Πανορθόδοξη, να πλήξει το κύρος του Οικουμενικού Πατριάρχη και να αναλάβει ρόλο ρυθμιστή, δομώντας το προφίλ του πραγματικού ηγέτη της Ορθοδοξίας, το θέμα της Ουκρανίας δεν θα συζητηθεί στην Πανορθόδοξη. «Δεν είναι θέμα να πάρει την ρεβάνς. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι υπέρμαχος της ενότητας. Δεν είναι εκδικητικός και δεν θα χρεωθεί τακτικές διάσπασης που προωθούν άλλοι στους κόλπους της Ορθοδοξίας» σχολίασε στην «Π» ιεράρχης.
Τις τελευταίες τρεις εβδομάδες, όπως έχουμε γράψει κατʼ επανάληψη, υπήρχε σε εξέλιξη πολύ έντονο παρασκήνιο με πυρετώδεις επαφές και διαπραγματεύσεις με φόντο την Πανορθόδοξη. Η στάση της Εκκλησίας της Ρωσίας ήταν καταλυτική για τα όσα ακολούθησαν μέχρι και σήμερα. Η αρχή του καυγά έγινε για την διάταξη των Προκαθημένων στο Κολυμπάρι, κοινώς για τις καρέκλες, ακολούθησαν αλυσιδωτές αντιδράσεις κατά της Μεγάλης Συνόδου από άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες, οι οποίες θεωρούνται παραδοσιακοί σύμμαχοι της Μόσχας (Βουλγαρία και Γεωργία) αλλά και νέοι (Αντιοχεία). Οι συγκυρίες και η άρνηση των τριών Εκκλησιών να συμμετέχουν στη Σύνοδο της Κρήτης ήταν μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για το Πατριαρχείο Μόσχας ώστε να βγει μπροστά και να ξεκινήσει ανοιχτό πόλεμο κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Όπως έχει γράψει η «Π» σε αυτό το συντονισμένο σχέδιο της Μόσχας εντάσσονται και οι απόψεις αναλυτών σε διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία σύμφωνα με τις οποίες «ο Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης απέτυχε ως ηγέτης της ενότητας, ρόλο που δικαιωματικά πρέπει να αναλάβει η Μόσχα», ότι «τελεί υπό την επιρροή των ΗΠΑ», ότι «ασκεί σκληρή δικτατορική τακτική» και προωθεί την εγκαθίδρυση του «Παπισμού».
Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι η ρήξη και η διάσπαση θα έχει και συνέχεια, δηλαδή και μετά την ολοκλήρωση της Μεγάλης Συνόδου δεδομένου ότι πρώτη-πρώτη η Ρωσία έχει σπεύσει να διαμηνύει προς κάθε κατεύθυνση ότι θα αμφισβητήσει την νομιμότητα των αποφάσεών της, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν θα γίνουν σεβαστές και δεκτές από τις απούσες Εκκλησίες. Έτσι, η πρώτη μετά το Σχίσμα Πανορθόδοξη Σύνοδο κινδυνεύει να προκαλέσει νέο σχίσμα εντός του ορθόδοξου κόσμου.
Νέες αιχμές
από τον Οικουμενικό Πατριάρχη
Την ίδια ώρα, νέο μήνυμα με σαφείς αιχμές σε όσους επιχειρούν την διάσπαση και τον διαχωρισμό της Ορθοδοξίας σε δύο κεντρικούς πόλους έστειλε από την Κρήτη ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος.
«Φαίνεται ότι κάποιοι θεωρούν τους εαυτούς τους υπερ-ορθόδοξους και τους λοιπούς υπο-ορθόδοξους. Στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν τέτοιου είδους διαχωρισμοί» διαμήνυσε στη διάρκεια του επίσημου δείπνου που παρατέθηκε το βράδυ της Τετάρτης στην Κίσσαμο.
Το μήνυμα Βαρθολομαίου απευθύνεται κυρίως στην Εκκλησία της Ρωσίας, η οποία επέλεξε λίγα 24ωρα νωρίτερα να μην παρευρεθεί στη Μεγάλη Σύνοδο της Κρήτης, επικαλούμενη την άρνηση των Εκκλησιών της Βουλγαρίας, της Αντιοχείας και της Γεωργίας να συμμετέχουν σε αυτήν.
Με την άφιξη του στην Κρήτη, νωρίς το μεσημέρι της Τετάρτης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης απηύθυνε ύστατη έκκληση στους Προκαθημένους των τεσσάρων Εκκλησιών να αναθεωρήσουν την στάση τους και να συμμετέχουν στην Πανορθόδοξη, όμως οι πυρετώδεις διαβουλεύσεις κατέληξαν τελικά σε ναυάγιο.
Σημειώνεται ότι από τους 14 Προκαθημένους των Αυτοκέφαλων Ορθόδοξων Εκκλησιών, στην Κρήτη έχουν αφιχθεί οι δέκα, ανάμεσα στους οποίους και ο Πατριάρχης Σερβίας κ. Ειρηναίος, ο οποίος παρά τις αντιρρήσεις του για την διεξαγωγή της Συνόδου, αναθεώρησε την απόφαση του και θα συμμετέχει στις εργασίες.

