Το ΜΟΔ Ηρακλείου τής αναγνώρισε το «βρασμό ψυχικής ορμής» και αποφάσισε να έχει αναστέλλουσα δύναμη η έφεσή της

Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Ήταν μία γυναίκα του χωριού που κύριο μέλημά της ήταν η φροντίδα της οικογένειάς της και να μην δίνει δικαιώματα στη μικρή κοινωνία που ζούσε, στην Σητεία Λασιθίου. Στα 70 της χρόνια έβαψε τα χέρια της με αίμα και βρέθηκε στη φυλακή. Το βράδυ της 13ης Ιουνίου του 2015 ήρθε αντιμέτωπη με το πιο βίαιο ξέσπασμα του 79χρονου συζύγου της. Φοβήθηκε ότι είχε έρθει το τέλος της. Με την παρότρυνση των τριών παιδιών τους είχε πάρει την οριστική απόφαση να τον εγκαταλείψει. Δεν άντεχε άλλο τις ύβρεις, τις προσβολές και τους ξυλοδαρμούς. Τα μαλλιά της είχαν πια ασπρίσει, όμως η ψύχη της ήταν μαύρη, όπως ειπώθηκε στο δικαστήριο.

Η συγκλονιστική αυτή υπόθεση εκδικάστηκε χθες στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου με τα παιδιά της κατηγορούμενης να βρίσκονται διαρκώς στο πλευρό της.

«Ο Θεός ας συγχωρέσει και εμένα και εκείνον» ήταν τα λόγια της στους αστυνομικούς στους οποίους παραδόθηκε αμέσως μετά το έγκλημα, αρνούμενη την παρουσία δικηγόρου.

Η εικόνα της εκπέμπει δραματικότητα: μία γιαγιά μαυροντυμένη, ευγενική φυσιογνωμία, με θλιμμένα μάτια και χείλη που τρεμοπαίζουν. Θα την φανταζόταν κάποιος να παίζει με τα εγγόνια της στην αυλή του σπιτιού της και όχι να κάθεται στο εδώλιο για τη δολοφονία του συζύγου της με μπαλτά. Δεκατέσσερα χτυπήματα στο κεφάλι και στο σώμα, σύμφωνα με το πόρισμα του ιατροδικαστή.

Τα περισσότερα χρόνια του έγγαμου βίου της ήταν μαρτυρικά. Στην αρχή ύβρεις και προσβολές, στην πορεία ήρθαν και οι ξυλοδαρμοί. Η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την τελευταία δεκαετία οπότε και το θύμα άρχισε να πίνει συστηματικά με συνέπεια να έχει σχεδόν καθημερινά βίαια ξεσπάσματα.

Μία εβδομάδα πριν από το έγκλημα, η 70χρονη φέρεται να είχε ζητήσει τη βοήθεια της Αστυνομίας, όμως αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση για ενδοοικογενειακή βία, φοβούμενη τα χειρότερα αλλά και τον αντίκτυπο που θα είχε αυτή η ενέργεια στην οικογένεια της.

Όπως ανέφερε στο δικαστήριο ο δικηγόρος της, Μανόλης Μαρκογιαννάκης, τα παιδιά ήταν εκείνα που συνέστησαν στους γονείς να χωρίσουν και να μείνει η μητέρα τους σε άλλο σπίτι που ετοίμαζαν. «Δυστυχώς δεν πρόλαβαν» σχολίασε.

«Η σκέψη και η ψυχή μου στο απόλυτο σκοτάδι»

Αναφερόμενη στη μοιραία ημέρα, η κατηγορούμενη από την πρώτη στιγμή που βρέθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα, είχε υποστηρίξει: «Με βασάνιζε όλο το απόγευμα. Με πονούσε, ήμουν σε κατάσταση σύγχισης. Εμένα με είχε κυριεύσει ο φόβος και εκείνον ο σατανάς. Προσπάθησα να φύγω, αλλά μου έκλεινε την πόρτα». Μέχρι που την εγκλώβισε στην κουζίνα και απείλησε να την κάψει με βραστό νερό.

«Νόμιζα ότι όλα θα τελείωναν εκεί. Άρπαξα τον μπαλτά για το κρέας και τον χτύπησα. Έκλαιγα όλη νύχτα. Η σκέψη και η ψυχή μου ήταν στο απόλυτο σκοτάδι».

Το δικαστήριο κατά πλειοψηφία (μειοψήφησαν οι τρεις τακτικοί δικαστές) αναγνώρισε στην 70χρονη ότι τέλεσε την ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Στην κατηγορούμενη αναγνωρίστηκαν τα ελαφρυντικά του πρότερου έντιμου βίου και ότι ωθήθηκε στην πράξη λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς του θύματος, κάτι που είχε προτείνει και η εισαγγελέας έδρας. Ομόφωνη ήταν η απόφαση του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Ηρακλείου να έχει αναστέλλουσα δύναμη η έφεση, πράγμα που σημαίνει ότι η ηλικιωμένη μέχρι και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα επιστρέψει στην οικογένειά της μετά από ένα χρόνο στη φυλακή.