
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Πολλά ακούγονται κατά καιρούς για τους πιθανούς τρόπους εισαγωγής όπλων στην Κρήτη. Σενάρια που θέλουν εκατοντάδες όπλα κρυμμένα στα αμπάρια πλοίων, μεταφορτώνονται νύχτα σε καϊκια και μεταφέρονται στα νότια παράλια της Κρήτης. Παραμύθια δηλαδή της Χαλιμάς σε σχέση με την απλούστατη και σύγχρονη πρακτική που εφάρμοζε κατά τη μακροχρόνια δράση της η πολυμελής εγκληματικής οργάνωση που εξάρθρωσαν τα τελευταία 24ωρα οι διωκτικές αρχές του νησιού. Η χρήση εταιρειών ταχυμεταφοράς ήταν το Α και Ω για την εισαγωγή των όπλων στην Κρήτη, για γρήγορες, αξιόπιστες παραδόσεις με διασφαλισμένο το απόρρητο των συναλλαγών.
Αυτή η διαπίστωση έκανε ιδιαίτερη αίσθηση ακόμα και στους αστυνομικούς που χειρίστηκαν τις έρευνες όλους αυτούς τους μήνες, εντός και εκτός Ελλάδος, καθώς υπήρξε στενή συνεργασία με συναδέλφους τους από την Αυστρία, τη Γερμανία και την Αμερική απʼ όπου αποστέλλονταν κάθε φορά οι παραγγελίες των όπλων.
Από τις πρώτες πληροφορίες που έδωσαν το έναυσμα στην Υπηρεσία του Οργανωμένου Εγκλήματος μέχρι και την προχθεσινή γιγαντιαία αστυνομική επιχείρηση των συλλήψεων μεσολάβησαν δύο κομβικά περιστατικά, άμεσα συνδεόμενα με την υπόθεση, τα οποία ωστόσο οι Αρχές τα χειρίστηκαν ως αυτοτελή.
Το πρώτο περιστατικό, όπως έγραψε και χθες η «Π», αφορά την υπόθεση που αποκαλύφθηκε τον περασμένο Απρίλιο, όταν στο λιμάνι του Πειραιά κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων συνέλαβε τέσσερις ειδικούς φρουρούς μετά από πληροφορίες ότι μετέφεραν όπλα από την Κρήτη στην Αθήνα με σκοπό τη διάθεσή τους. Και οι τέσσερις είχαν αφεθεί ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους μετά τις απολογίες τους. Δύο εξ αυτών σήμερα κατηγορούνται ως μέλη της εγκληματικής οργάνωσης που εξαρθρώθηκε.
Υψηλόβαθμο στέλεχος της ΕΛ.ΑΣ ανέφερε ότι οι έρευνες για τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης είχαν ξεκινήσει από την υπηρεσία Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος πριν το περιστατικό στο λιμάνι του Πειραιά. Επειδή όμως η υπόθεση δεν ήταν σε ώριμο στάδιο, η ΕΛ.ΑΣ επέλεξε να κρατήσει κρυφά τα χαρτιά της ως προς το εύρος των ερευνών και να σχηματιστεί αυτοτελής δικογραφία για τους τέσσερις από τους «αδιάφθορους» που είχαν και τη σχετική καταγγελία για τη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το δεύτερο περιστατικό ακολούθησε λίγες ημέρες μετά. Από τις αρχές των Χανίων συνελήφθη 31χρονος στον οποίο επρόκειτο να παραδοθεί μέσω ταχυμεταφοράς δέμα με 17 όπλα. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΛ.ΑΣ έσπευσε να μπλοκάρει την συγκεκριμένη παρτίδα προτού παραληφθεί από τα μέλη της οργάνωσης.
Σχεδόν δύο μήνες μετά η υπηρεσία του Οργανωμένου έκρινε ότι πλέον είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να αποκαλύψει σχεδόν όλα τα χαρτιά της σε προανακριτικό επίπεδο.
Φυσικά και τους δύο τελευταίους μήνες η συμπεριφορά των βασικών μελών της οργάνωσης είχε αλλάξει. Υποψιασμένοι ότι τα δύο περιστατικά που προηγήθηκαν δεν ήταν τυχαία, αναδιπλώθηκαν, ήταν πιο προσεκτικοί στις κινήσεις τους, άλλαξαν αριθμούς κινητών τηλεφώνων αλλά και μεταφορικές εταιρείες, όπως περιγράφουν αστυνομικές πηγές.
Από το 2007 η δράση της οργάνωσης
Η ΕΛ.ΑΣ διαθέτει στοιχεία (έγγραφα, παραστατικά) που τοποθετούν χρονικά τη δράση της οργάνωσης από το 2007. Η κεντρική φιλοσοφία ήταν η εισαγωγή μη λειτουργικών όπλων ή εξαρτημάτων, τα οποία τροποποιούσαν, τα καθιστούσαν χρηστικά και τα πωλούσαν στη μισή τιμή στην εγχώρια αγορά, πλασάροντας τα ως γνήσια εργοστασιακά.
Ηγετικός ρόλος αποδίδεται σε έναν 31χρονο Χανιώτη, ελεύθερο επαγγελματία, ο οποίος φέρεται να είχε τις κατάλληλες προσβάσεις και γνωριμίες για τις παραγγελίες των όπλων. Σε ό,τι αφορά την εμπλοκή των πέντε ένστολων, Κρητικών και μη, στον βασικό κορμό της οργάνωσης τοποθετούνται δύο ειδικοί φρουροί, οι οποίοι είχαν απασχολήσει και στην υπόθεση του Απριλίου, ενώ οι άλλοι τρεις δεν ταυτοποιούνται ως μέλη της οργάνωσης και αντιμετωπίζουν επιμέρους κατηγορίες για άλλα αδικήματα.
Αναφορικά με τους αποδέκτες-αγοραστές των όπλων, όσοι έχουν ταυτοποιηθεί, συμπεριλαμβάνονται ως κατηγορούμενοι στη δικογραφία. Αστυνομικές πηγές υποστηρίζουν ότι μέχρι στιγμής δεν προκύπτει διάθεση των όπλων σε ποινικούς.
Τις κατηγορίες της συγκρότησης και συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση αντιμετωπίζουν 13 άτομα ενώ σε αυτά προστίθενται δύο ακόμα πρόσωπα από το εξωτερικό. Οι απολογίες τους έχουν οριστεί σταδιακά από σήμερα μέχρι και την Πέμπτη.

