
Του Γιάννη Ζωράκη
Ακόμα δεν έχουν αρχίσει να πληρώνουν καταναλωτές κι επιχειρήσεις τις αυξήσεις στον ΦΠΑ, τον καφέ και τα ποτά, αφού ακόμη δεν έχουν γίνει αγορές με τα νέα τιμολόγια.
Και μπορεί οι περισσότεροι επιχειρηματίες στο Ηράκλειο να υποστηρίζουν πως θα απορροφήσουν για μία ακόμα φορά την αύξηση του φόρου από το 23% στο 24%, παρʼ όλα αυτά είναι αβέβαιο τι πρόκειται να συμβεί όταν οι επιχειρηματίες θα αρχίζουν να αγοράζουν μπίρα και καφέ με τα νέα τιμολόγια. Προς το παρόν, ο φόβος των επικείμενων αυξήσεων έχει κάνει τους περισσότερους ιδιοκτήτες εστιατορίων, καφέ και μπαρ να «στοκάρουν» όσο το δυνατόν μεγαλύτερες ποσότητες σε μπίρες και χύμα καφέ, όμως σύντομα αυτές οι ποσότητες αναμένεται να εξαντληθούν.
Οπότε σε μικρό χρονικό διάστημα, προβλέπεται οι περισσότερες επιχειρήσεις να μπουν σε μια διαδικασία αυξήσεων στον καφέ και τη μπίρα, αφού δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά. Αυτό συμβαίνει γιατί, ειδικά στην μπίρα οι αυξήσεις αναμένεται να φθάσουν το 20%, γεγονός που κάνει αδύνατο για τους επιχειρηματίες το σενάριο συγκράτησης των τιμών στο συγκεκριμένο είδος. Οι περισσότεροι αναγκαστικά θα αυξήσουν τις τιμές τους, όμως προς το παρόν το τοπίο παραμένει θολό.
«Δεν μπορούμε να πάρουμε τελικές αποφάσεις, αν πρώτα δεν έρθουν οι αυξήσεις για να διαπιστώσουμε τις διαφορές στα τιμολόγια, ειδικά σε καφέ και μπίρα» αναφέρει η πρόεδρος του Συλλόγου Επισιτισμού και Διασκέδασης νομού Ηρακλείου, Μαρία Αντωνακάκη.
Όπως εξηγεί η πρόεδρος με δηλώσεις της στην «Π», η κάθε επιχείρηση αναμένεται να ακολουθήσει τη δική της πολιτική, ανάλογα με τα τιμολόγια της και το ύψος των αυξήσεων. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά επίσης, οι περισσότερες επιχειρήσεις κινούνται στην κατεύθυνση απορρόφησης της μίας ποσοστιαίας μονάδας για τον Φ.Π.Α. αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα μπορέσει να γίνει το ίδιο με την τιμή στον καφέ ή την μπίρα.
«Αν δεν παραλάβουμε τιμολόγια για να διαπιστώσουμε τις αυξήσεις, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια συγκεκριμένη στάση ή πολιτική» υποστηρίζει και διευκρινίζει:
«Οι αυξήσεις ειδικά στην μπίρα που κυμαίνονται στο 20% είναι σχεδόν βέβαιο πως θα επηρεάσουν τις τιμές».
Μέσα στην όλη αρνητική οικονομική κατάσταση ωστόσο, φαίνεται πως όχι μόνο οι επιχειρηματίες, αλλά και οι εταιρείες προμηθειών θα επιχειρήσουν να κρατήσουν μια ηπιότερη στάση, στο βαθμό του εφικτού, προκειμένου να επιβαρυνθούν όσο το δυνατόν λιγότερο οι καταναλωτές. Ήδη οι περισσότερες εταιρίες επιχειρούν να συγκρατήσουν τις αυξήσεις στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο τα κέρδη τους. Κάτι αντίστοιχο αναμένεται να κάνουν και οι επιχειρηματίες, αφού γνωρίζουν πολύ καλά πως μια οποιαδήποτε αύξηση, ακόμα και ελάχιστη, θα έχει ως άμεσο αντίκτυπο τη μείωση τζίρων και κερδών. Οι νέοι φόροι ωστόσο, σε συνδυασμό με το νέο φορολογικό σύστημα, δεν αφήνουν πολλά περιθώρια στις επιχειρήσεις, οι οποίες θα αναγκαστούν να αυξήσουν τιμές, με δεδομένο ότι σε αντίθετη περίπτωση κρίνεται άμεσα η βιωσιμότητα τους.

