Του Γιώργου Παναγιωτάκη*

3ο μέρος

“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια.

Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”.

Νίκος Καζαντζάκης




Τετάρτη 21 Μαΐου, 2η μέρα της Μάχης στο Ηράκλειο

Μετά από μια σχετικά ήρεμη νύχτα, η αυγή της επόμενης μέρας ταράσσεται και πάλι από τον βόμβο των γερμανικών αεροπλάνων, τα οποία προεξοφλούν σειρά δραματικών γεγονότων.

Στις 9.00 φτάνουν τα μεταφορικά αεροπλάνα, για να ανεφοδιάσουν τα γερμανικά τμήματα επί του εδάφους. Οι συγκρούσεις της ημέρας που επακολουθούν γίνονται ταυτόχρονα μέσα στην πόλη, στις εισόδους και σε πολλές άλλες εκτός των τειχών περιοχές. Οι συγκρούσεις αυτές αλλάζουν συνεχώς τόπο, έκταση, μορφή και ένταση. Η πρωτοβουλία μετακινείται πότε προς τη μια και πότε προς την άλλη παράταξη.

Ο κάθε διοικητής μεγάλου ή μικρού τμήματος, ο κάθε αρχηγός μονάδας κρούσης, ο κάθε ελεύθερος σκοπευτής αυτοσχεδιάζουν και πολεμούν παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα άμυνας ή επίθεσης ανάλογα. Ως κεντρικός καθοδηγητής λειτουργούσε μόνο το ένστικτο με τον αλάθητο χαρακτήρα του. Το ερώτημα ποιοι είναι και τι γυρεύουν αυτοί οι νέοι επιδρομείς που πέφτουν από τον ουρανό φλογίζει την ψυχή τους, για να χτυπήσουν και να αποτρέψουν τη λαίμαργη κατακτητική διάθεση των ναζιστικών στρατευμάτων.

Μεγάλα οπλιταγωγά, βομβαρδιστικά με το βαρύ θανατηφόρο τους φορτίο μαχητικά και καταδιωκτικά σε επιδεικτικούς σχηματισμούς αυλακώνουν τον ουρανό και συναγωνίζονται με τις πρώτες ακτίνες του ήλιου ποιος θα πρωταγγίξει την κρητική γη!

Τα πολυβόλα αρχίζουν και πάλι τη δράση τους. Αφειδώλευτα ρίχνουν τις ριπές τους όπου υπολογίζουν και εκτιμούν ότι κρύβονται ένοπλοι, παραλύοντας κάθε κίνηση στην πόλη. Ο ανελέητος βομβαρδισμός και η πραγματική κοσμοχαλασιά, προεξοφλούν την πτώση νέων αλεξιπτωτιστών, σε διάφορες εκτός των τειχών περιοχές.

Τα αλεξίπτωτα βέβαια που διασχίζουν κατεβαίνοντας τον κρητικό ουρανό, συνθέτουν ένα πρωτόγνωρο και θαυμάσιο χρωματικά θέαμα. Αποτελούν όμως και την αιχμή της ναζιστικής λόγχης, που σκορπίζει το θάνατο και απλώνει τη συμφορά.

Με τα αλεξίπτωτα αυτά κατέβαινε το έμψυχο και το άψυχο υλικό του πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί πως τα χειρουργικά εργαλεία που κατεβαίνουν εκφράζουν και το πρακτικό γερμανικό πνεύμα, αφού κατεβαίνουν με κιβωτιόσχημες κατασκευές σε μορφή φέρετρου που μπορούν και εξυπηρετούν διπλό σκοπό.

Ένα τμήμα από τα 200 αλεξιπτωτιστών κατορθώνει με την υπεροχή πυρός που διαθέτει και βρίσκεται στον προμαχώνα του Μαρτινέγκο εξουδετερώνοντας τη μικρή φρουρά του με τα λιανοντούφεκα που διαθέτει. Ένας πραγματικός κλεφτοπόλεμος διεξάγεται στους δρόμους της πόλης μεταξύ των απρόσκλητων και επίδοξων κατακτητών και του ντόπιου στοιχείου που αγωνίζεται για τη λοξοδρόμηση των πολεμικών τους σχεδίων.

Ο ταγματάρχης Μιχαήλ Τζουλάκης κατευθυνόμενος προς τους αλεξιπτωτιστές με μια ομάδα ένοπλων πολιτών, πέφτει νεκρός, στον ομώνυμο σήμερα δρόμο όπου και η αναμνηστική προς τιμήν του στήλη. Οι οχυρωμένοι πίσω από μια σειρά αμμόσακους που είχαν τοποθετηθεί έξω από το κατάστημα Καβαλάκη, βρήκαν εύκολα το στόχο τους στον οποίο έριξαν τη ριπή του θανάτου. Το στράτευμα στερήθηκε έναν από τους άξιους αξιωματικούς του.

Μια ομάδα Γερμανών με μεγάλες προφυλάξεις και ρίχνοντας συνεχώς πυροβολισμούς και χειροβομβίδες σε κάθε απόκρυφο και ύποπτο σημείο, που έκρυβε κάποιους υπερασπιστές της πόλης, κατορθώνει και καταλαμβάνει το ηλεκτρικό εργοστάσιο της πόλης (σημερινό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας). Η πρώτη τους ενέργεια ήταν η ύψωση του αγκυλωτού σταυρού στην ταράτσα του κτιρίου. Η θέα του αποκρουστικού αυτού συμβόλου προκαλεί την οργή στρατιωτών, ενόπλων πολιτών και χωροφυλάκων, που χωρίς χρονοτριβή, αψηφώντας το πυρ των Γερμανών, δημιουργούν έναν ασφυκτικό κλοιό, γύρω από το κτίριο. Η σκληρή πάλη καλύπτει τρεις ολόκληρες ώρες. Πέντε οπλίτες σκοτώνονται καθώς και τρεις αλεξιπτωτιστές. Οι υπόλοιποι συλλαμβάνονται αιχμάλωτοι με τον οπλισμό τους. Από τα λάφυρα που έπεσαν στα δικά μας τμήματα δεν μπορούσε να λείπει η γερμανική σημαία, ως το πιο πολύτιμο απʼ αυτά.

Μια άλλη ομάδα Γερμανών, που προγραμματίζει την κατάληψη του Κούλε, δεν πετυχαίνει το σκοπό της, αν και έχει προκάλυμμα αρκετούς που είχαν συλλάβει αιχμαλώτους. Μπροστά στον κίνδυνο που τους απειλεί υποχρεώνονται και καταφεύγουν σε κρησφύγετο, από το οποίο αναγκάζονται να παραδοθούν. Πριν όμως από την παράδοσή τους κατορθώνουν και σκοτώνουν τον υπολοχαγό Ιωάννη Μαρινέλη. Ένας δεύτερος τάφος ανοίγεται δίπλα από τον τάφο του Μιχαήλ Τζουλάκη μπροστά στον ιερό ναό του Αγίου Τίτου και δέχεται τη σεπτή σορό του νέου θύματος των γερμανικών όπλων.

Την ίδια μέρα το κακό τρίτωσε, αφού σκοτώθηκε και ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Μανωλαράκης.

Τόσο μέσα στην πόλη, όσο και στη συνεχόμενη περιμετρική ύπαιθρο, γίνεται ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό, ανατρέποντας για μια ακόμα φορά τις λανθασμένες πληροφορίες των Γερμανών ότι οι Κρητικοί θα τους αντιμετώπιζαν αν όχι φιλικά τουλάχιστον με μια ουδετερότητα. Η πληροφορία αυτή κυκλοφορούσε σκόπιμα, προερχόταν από την πλευρά των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών, η οποία διαψεύστηκε με βαρύ ανθρώπινο τίμημα.

Έτσι, ο αιφνιδιασμός που πίστευαν ότι αποτελούσε το κυριότερο όπλο στα χέρια τους, δεν βρήκε το κατάλληλο έδαφος για να λειτουργήσει αποδοτικά.

Πρέπει να σημειώσουμε ότι τόσο οι αναγνωρίσεις, οι βομβαρδισμοί και οι ρίψεις αλεξιπτωτιστών, συναντούσαν και μία πρόσθετη ακόμα δυσκολία από τα αμυνόμενα ελληνοβρετανικά τμήματα.

Στα τμήματα αυτά είχαν περιέλθει φωτοβολίδες και πλαίσια σημαιοδοσίας, με τους σχετικούς κώδικες χρησιμοποίησής τους. Με αίτημα των ελληνοβρετανικών τμήματων προς τους Γερμανούς δημιουργούσαν και πάλι σύγχυση σʼ αυτούς, με αποτέλεσμα να πέφτουν στον εμπόλεμο χώρο δράσης τους πολυβόλα, συσκευές ασυρμάτων, όλμοι καθώς και μια μοτοσυκλέτα με καλάθι, τραπεζοκαθίσματα, πυρομαχικά και τρόφιμα.

Οι συγκρούσεις συνεχίζονται με την ίδαι απαράλλαχτη συχνότητα και εκτός των τειχών. Μια γερμανική εστία έχει δημιουργηθεί πολύ κοντά στη Χανιόπορτα, έχει καταλάβει το οίκημα του Δημοτικού Φόρου και άλλα περιμετρικά κτίρια μέχρι τη θάλασσα. Απεγνωσμένες προσπάθειες να μπουν από την πύλη και να βοηθήσουν τους αλεξιπτωτιστές που είχαν περάσει και δεινοπαθούσαν παρέμειναν άκαρπες. Το τίμημα της εισόδου πληρωνόταν ακριβά. Μπροστά στον κίνδυνο αποδεκατισμού τους προτιμούν να παραδοθούν στη στρατιωτική φρουρά των τειχών. Η γερμανική φρουρά που έχει εγκατασταθεί σε παρακείμενη αποθήκη κι έχει υψώσει τη γερμανική σημαία δέχεται την αιφνιδιαστική έφοδο του τμήματος του ταγματάρχη Μιχ. Φιλιππάκη και εξουδετερώνεται.

Οι Γερμανοί που επιχειρούν την έξοδο τους από την πόλη βρίσκουν το θάνατο κατά το μεγαλύτερο μέρος τους. Στη νότια είσοδο “Καινούργια Πόρτα” ομάδες ατάκτων και στρατιωτικά τμήματα σε μια πλήρη εκκαθάριση του εδάφους αποτρέπουν τη δημιουργία σοβαρών γερμανικών εστιών.

Στο αεροδρόμιο η κίνηση εξακολουθεί να είναι αδιάκοπη. Παρά τις σοβαρές απώλειες που είχε υποστεί την προηγούμενη μέρα το 1ο σύνταγμα αλεξιπτωτιστών, ο συνταγματάρχης Brauer επέμενε στη με κάθε τρόπο κατάληψη του αεροδρομίου. Δεδομένης όμως της υπεροχής του αντιπάλου η απόφαση αυτή ήταν προϊόν παραλογισμού, όπως την χαρακτηρίζει ο H. Rihter. Στις 4.00 ο Brauer διατάζει το 10ο τάγμα να επιτεθεί στο αεροδρόμιο, για να ενισχύσει τους αλεξιπτωτιστές που είχαν επιζήσει. Τα τμήματα αυτά βρίσκονταν στο άκρο του αεροδρομίου. Το 10ο τάγμα καθηλώθηκε τελικά από τα αυστραλιανά πυρά. Τότε σκοτώνεται και ο υπολοχαγός Blucher. Εδώ η μοίρα έπαιξε το δικό της παιχνίδι. Μαζί με τον υπολοχαγόσκοτώνονται και τα άλλα δύο αδέλφια του. Η κρητική γη δεν ήθελε να τους εκδικηθεί. Δεν μπορούσε όμως να τους δεχτεί διαφορετικά, αφού γνώριζε τους σκοπούς της ουρανοκατέβατης εισβολής τους. Θύματα λοιπόν και τα αδέλφια αυτά, όχι της εκδίκησης, αλλά της φλογισμένης και παλεύουσας κρητικής ψυχής.

Στις περιοχές Γουρνών (πρώην αμερικανική βάση) και Κοκκίνη  Χάνι που την προηγούμενη μέρα το ομώνυμο Χάνι είχε ισοπεδωθεί από τις γερμανικές βόμβες, διεξάγονται σφοδρές μάχες. Ο λοχαγός Θεόδωρος Καλλίνος, επικεφαλής ομάδας στρατιωτών, γράφει:

“Δύσκολα πιστεύεται σε τόσο άνιση αριθμητικά και σε οπλισμό μάχη το πρωί της 21ης Μαΐου 1941 στο ύψωμα Κοψά ανατολικά του Ηρακλείου εβδομήντα Ελλήνων στρατιωτών οπλισμένων μόνο με τουφέκια κατά ογδόντα Γερμανών αλεξιπτωτιστών οπλισμένων με ομαδικά οπλοπολυβόλα, ατομικά αυτόματα και χειροβομβίδες, να σκοτωθούν είκοσι δύο και να αιχμαλωτιστούν πενήντα π ερίπου Γερμανοί. Είναι πραγματικότητα. Τα πτώματα των Γερμανών εγκαταλείφθηκαν και τάφηκαν από τους κατοίκους των γειτονικών χωριών.

Ύστερα και από αυτή την επιτυχία στρέφονται κατά του ασύρματου τον οποίο έχουν καταλάβει οι αλεξιπτωτιστές από χθες.

Επιτίθενται κατά του φυλακίου στο οποίο έχουν εγκατασταθεί τρεις Γερμανοί από τους οποίους σκοτώνονται οι δύο και ο τρίτος κατορθώνει και διαφεύγει. Όλη η περιοχή εκκαθαρίζεται προσεκτικά και ανακαταλαμβάνεται ο ασύρματος.

Για τις πολλές άλλες συγκρούσεις ο Ε. Πιτυκάκης μνημονεύει ακόμα δύο και γράφει σχετικά “Στην πρώτη έδρασε μια ομάδα Καστελλιανών από τους Κίμωνα Ζωγραφάκη, Γ. Πολεμαρχάκη, Γ. Βαγιώτη, Εμμανουήλ, Νικόλαο, Κωνσταντίνο και Μιχαήλ Κουντάκηδες, Ν. και Στ. Γαρεφαλάκηδες, Ε. Εργαζάκη, Μ. Γιαγαλάκη και τους εβδομήντα λεβεντόγερους Νικ. Καμπάνη, Εμμ. Βεληβασάκη και κ.ά. την ομάδα αυτή συνόδευε ο γιατρός Φρίξος Κατζουράκης με αξιοθαύμαστη δράση.

Η δεύτερη συμπλοκή σημειώθηκε στην περιοχή του Σκαλανίου. Ανάμεσα στο χωριό και στη θέση “Δύο Αοράκια” μέσα σʼ ένα σπηλιάρι είχαν δημιουργήσει μία εστία καμιά δεκαριά αλεξιπτωτιστές. Ο σταθμάρχης Αρχανών ενωματάρχης Κ. Σαρρής κρατώντας τα υψώματα Καταλαγαρίου, μόλις πληροφορήθηκε την παρουσία τους απο χωρικούς παίρνει ένα απόσπασμα από δέκα ένοπλους πολίτες και τους χωροφύλακες Ε. Παπαδάκη και Κ. Μπουζουνιεράκη και τρέχει επιτόπου. Οι Γερμανοί προβάλλουν σκληρή αντίσταση επί πολλές ώρες. Η θέση τους όμως είναι μειονεκτική όπως βρίσκονται σʼ έναν περιορισμένο χώρο και παρά τα δραστικά πυρά των βαρέων όπλων τους, βλέπουν πως είναι καταδικασμένοι. Αναγκάζονται λοιπόν να υποχωρήσουν προς τα κάτω, παίρνοντας μαζί τους μερικούς τραυματίες και αφήνοντας επιτόπου τέσσερις νεκρούς και μια σημαία”.

Σημειώθηκαν λοιπόν αρκετές νίκες στα διάφορα μέτωπα των συγκρούσεων, χαρίζοντας ικανοποίηση και αισιοδοξία στους μαχητές μας που με τον φτωχό οπλισμό τους κατόρθωναν να επιβάλλονται στους άρτια εξοπλισμένους αντιπάλους τους.

Για την όλη κατάσταση που έχει διαμορφωθεί ο Freyberg αναφέρει με σήμα του στο Κάιρο την ίδια μέρα: “Σήμερα η ημέρα ήταν δύσκολη. Πιεστήκαμε σκληρά. Προς το παρόν πιστεύω διατηρούμε τον έλεγχο των αεροδρομίων στο Ρέθυμνο, το Ηράκλειο, το Μάλεμε και των δύο λιμανιών. Τα περιθώρια είναι μικρά και θα ήταν λάθος να παρουσιάσω μια αισιόδοξη εικόνα. Η μάχη ήταν σκληρή και σκοτώσαμε μεγάλο αριθμό Γερμανών. Οι επικοινωνίες είναι ιδιαίτερα δύσκολες”.

Ο φωτεινός σταυρός του Μ. Κωνσταντίνου “Εν τούτω Νίκα” την ημέρα της γιορτής του, μάλιστα, αποτέλεσε πρόσθετο προτρεπτικό σύνθημα παρεμπόδισης των σχεδίων του νέου κατακτητή.

Μʼ αυτές τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κλείνει και η δεύτερη θανατερή μαγιάτικη μέρα.

(Τη Δευτέρα η συνέχεια)