
Η πολιορκία του Ηρακλείου από τους ναζί: Άγνωστα στοιχεία στο φως 75 χρόνια μετά την επική μάχη
Το Ηράκλειο πριν την έναρξη της μάχης της 20ής Μαΐου 1941
“Η Κρήτη έχει αληθινά κάτι το πανάρχαιο, το άγιο, το πικραμένο και περήφανο, που έχουν οι χαροκαμένες μάνες που γέννησαν παλικάρια. Έχει τόσο πολύ πολεμήσει και υπόφερε η γης ετούτη, έχει τόσο πολύ συνηθίσει το θάνατο, που τον ξεφοβήθηκε πια και μπορεί να γελάει και να παίζει μαζί του”.
Νίκος Καζαντζάκης

Aν και έχουν εκδοθεί πολλά βιβλία και έχουν γίνει αρκετές δημοσιεύσεις γύρω από τη Μάχη της Κρήτης, η κατάληψη του Ηρακλείου όπου πλήρωσαν ακριβό τίμημα ο επιδρομείς δεν έχει αναδειχθεί και φωτιστές επαρκώς.
Μια σειρά από άρθρα αφιερωμένα ειδικά για την πόλη μας και το αεροδρόμιο της που βομβαρδίζονταν ανελέητα από τις 14 του Μάη ως το τέλος της Μάχης, αποτελούν ίσως κάποιο ιστορικό βοήθημα στους αναγνώστες της εφημερίδας.
Η φωτογραφική ακόμα τεκμηρίωση με σπάνιο και πρωτοδημοσιευμένο φωτογραφικό υλικό δίνει τη δική της διάσταση στα δημοσιεύματα.

Γενικά προ της Μάχης
Η Κρήτη με τη στρατηγικης σημασίας θέση που κατέχει στον μεσογειακό χώρο δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορη τη Γερμανία, ύστερα μάλιστα από την κατάκτηση ολόκληρης της Ευρώπης. Η χρησιμοποίησή της ως προχωρημένης αεροναυτικής βάσης της εξασφάλιζε τη δυνατότητα κυριαρχίας στη Μεσόγειο, ελέγχοντας παράλληλα τις χώρες της Μ. Ανατολής και της βόρειας Αφρικής. Τα πλεονεκτήματα αυτά δεν αξιολογήθηκαν στο βαθμό που έπρεπε από τις βρετανικές δυνάμεις, που είχαν αναλάβει από τις αρχές μάλιστα του Νοέμβρη 1940 την ευθύνη για την ασφάλεια της Κρήτης. Η V Ελληνική Μεραρχία που είχε την έδρα της στην Κρήτη και μετακινήθηκε το γ' δεκαήμερο του Νοέμβρη 1940 στο Αλβανικό μέτωπο, άφησε ένα κενό που πέρασε στη βρετανική ευθύνη. Η Βρετανία βέβαια διατηρούσε σοβαρές επιφυλάξεις στο κατά πόσο η Κρήτη θα μπορούσε να γίνει στόχος στις επιθετικές επιδιώξεις του Βερολίνου. Έτσι οι δυνάμεις της έριξαν το βάρος τους σε άλλα μέτωπα και κυρίως στο μέτωπο της Αφρικής, όπου έκριναν ότι οι ανάγκες σε ανθρώπινο και πολεμικό υλικό/ήταν περισσότερο πιεστικές. Το αποτέλεσμά της τακτικής αυτής ήταν να μείνει ανοχύρωτη η Κρήτη και χωρίς την απαραίτητη αμυντική οργάνωση, όταν μάλιστα η χιτλερική θύελλα του πολέμου κατέβαινε ορμητικά και τα απειλητικά σύννεφα άρχισαν να διαφαίνονται στον κρητικό ουρανό. Ήθελαν βέβαια να κρατηθεί ελεύθερη η Κρήτη με κάθε τρόπο, αλλά αυτό λειτούργησε τελικά μόνο ως ευχή. Αν στο διάστημα των έξι μηνών που μεσολάβησαν από το Νοέμβριο ώς το Μάιο που έγινε η αερεπίθεση, είχαν γίνει τα απαραίτητα οχυρωματικά και αμυντικά έργα, η Κρήτη θα είχε καταστεί απόρθητη, γράφει ο Άγγλος συγγραφέας Κόμπτον Μακένζυ. Άλλο στοιχείο που επέδρασε καταλυτικά και επιδείνωσε την όλη κατάσταση ήταν η έλλειψη οπλισμού. Η ελληνική κυβέρνηση κατόρθωσε να μαζέψει τα όπλα των Κρητικών, προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει για τις ανάγκες που είχαν δημιουργηθεί και κάλυπταν την άμυνα της πατρίδας. 11 παραπλανητική αυτή εντολή έπεισε τους Κρητικούς οι οποίοι παρέδωσαν 4.000 όπλα. Τα όπλα όμως αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ατυχώς ποτέ για το σκοπό που προορίζονταν. Οι Βρετανοί από την άλλη πλευρά είχαν υποσχεθεί τη συγκρότηση και τον εξοπλισμό πολιτοφυλακής για την περιφρούρηση ευπαθών στόχων στην Κρήτη, χωρίς όμως να πραγματοποιηθεί και αυτή η υπόσχεση. Έτσι ο πληθυσμός της Κρήτης που μπορούσε να φέρει όπλα, ζητούσε επίμονα τον εξοπλισμό του, αλλά η επιθυμία του αυτή έμεινε ανεκπλήρωτη. Και δημιουργείται εδώ ένα εύλογο ερώτημα, αν δηλαδή αυτό αποτελούσε έλλειψη οργανωτικής τακτικής ή σκόπιμης παράλειψης ή στρατηγικής πολιτικής. Την κατάσταση αυτή την αποδίδει πολύ εύστοχα ο λαϊκός τραγουδιστής όταν κάνει τον πόνο του στίχο και λέει:
«Χιτλερ να μην το καυχηθείς πώς πάτησες την Κρήτη. Ξαρμάτωτη την εύρηκες και ελείπαν τα παιδιά της».
Το Ελληνικό Στρατηγείο επίσης δεν ήταν επαρκώς ενημερωμένο για την απογοητευτική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η οχυρωματική και αμυντική προετοιμασία της Κρήτης. Διαφορετικά θα ήταν εύκολη η μεταφορά αντιαεροπορικού πυροβολικού που βρισκόταν στις αποθήκες των Αθηνών και ήταν άχρηστο λόγω μικρού βεληνεκούς για την προστασία της πόλης των Αθηνών και του Πειραιά που προοριζόταν. Ακόμα στα έμπεδα των Αθηνών υπήρχαν τεράστιες ποσότητες από πολεμικό υλικό, που ήταν εύκολο να μεταφερθεί στην Κρήτη. Το υλικό αυτό έπεσε τελικά στα χέρια των Γερμανών ή αποτέλεσε αντικείμενο διαρπαγής και αχρήστευσης. Έμειναν δηλαδή ανεκμετάλλευτες πολλές ευκαιρίες που κατέληξαν όλες σε βάρος της ρΛεμικής προετοιμασίας της Κρήτης.
Η κατάσταση αυτή εξακολουθούσε να παραμένει αμετάβλητη μέχρι τα τέλη του Απρίλη 1941. Τότε πάρθηκε απόφαση να οργανωθή: Κρήτη ως μια ναυτική και αεροπορική βάση και όχι ως απλή βάση εφοδιασμού σε καύσιμα. Ήταν όμως πια αργά, για να κερδηθεί το κρίσιμο εξάμηνο που είχε χαθεί ουσιαστικά. Στα τέλη βέβαια του Απρίλη με την οριστική κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας, καταφτάνουν στην Κρήτη βρετανικές δυνάμεις, αποκαμωμένες όμως και τσακισμένες από τη συμμετοχή τους στην αντιμετώπιση των κατακτητών. Η επίσημη έκθεση του βρετανικού Υπουργείου των Στρατιωτικών γράφει σχετικά: «Τέλη Απριλίου του 1941 είχαμε στην Κρήτη 27-28.000 άνδρες. Οι άνδρες αυτοί δεν ήταν όλοι μάχιμοι και ούτε ένας στους τέσσερεις δεν ήταν πραγματικά ξεκούραστος». Από τους 42.000 άνδρες που ανερχόταν η συνολική δύναμη, με την πρσοθήκη και των ελληνικών τμημάτων, μόνο οι 10.000 άνδρες διέθεταν κάποιο οπλισμό και μπορούσαν να προτάξουν αντίσταση στον εχθρό. Η αντίσταση όμως αυτή ήταν μειωμένης αντοχής και αποτελεσματικότητας, γιατί ο οπλισμός ήταν ελλιπής. Η έλλειψη αυτή αναπληρωνόταν πολλές φορές από τον οπλισμό των Γερμανών που φονεύονταν ή συλλαμβάνονταν αιχμάλωτοι στις μεγάλες μάχες που τελικά επακολούθησαν. Σε πολλές περιπτώσεις τόσο οι ελληνικές όσο και οι βρετανικές δυνάμεις ήταν οπλισμένες με όπλα Γκρα και φυσίγγια Μάουζερ ή όπλα Μάνλιχερ και φυσίγγια Γκρα.
Το Ηράκλειο λίγο πριν από την πτώση των αλεξιπτωτιστών στις 20/5/1941
Σκοπός της γερμανικής πολεμικής αεροπορίας ήταν η με κάθε τρόπο απομόνωση της Κρήτης από τη θάλασσα, αφού αποτελούσε προκεχωρημένη ναυτική βρετανική βάση. Για το λόγο αυτό τις 14 του Μάη 1941, άρχισαν συστηματικοί βομβαρδισμοί των αεροδρομίων, των μεγάλων λιμανιών της βόρειας Κρήτης και των εντοπισμένων θέσεων των βρετανικών αεροσκαφών, γεγονός που σήμαινε την προπαρασκευή της τελικής επίθεσης.
Η Λουφτβάφε έγινε ουσιαστικά κυρίαρχη του εναέριου χώρου της Κρήτης στο ολιγοήμερο διάστημα, πριν από την τελική επίθεση. Το μεγαλύτερο μέρος των 40 βρετανικών πολεμικών αεροπλάνων που βρίσκονταν στην Κρήτη καταστράφηκε σε αερομαχίες ή αχρηστεύτηκε στο έδαφος. Μικρός αριθμός που απέμεινε μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο.
Σε καθημερινή βάση τα γερμανκά αεροπλάνα άδειαζαν το φονικό τους φορτίο στο λιμάνι και το αεροδρόμιο του Ηρακλείου. Οι ατέλειωτοι με το παρατεταμένο σύριγμα συναγερμοί αποτελούσαν τον μόνιμο εφιάλτη της πόλης. Κύματα εχθρικών αεροπλάνων με τον δαιμονιώδη τους θόρυβο λόγω των χαμηλών τους κυρίως εξορμήσεων, σκόρπιζαν τον πανικό στους κατοίκους της πόλης, που την εγκατέλειπαν σιγά σιγά, αφού η απελπιστική τους προσπάθεια να αποκτήσουν κάποιο όπλο αποβαίνει άκαρπη.
“Τα μακάσια” οι αποθήκες και θόλοι των ενετικών τειχών, πρόσφεραν στους πολίτες τη δική τους προστατευτική κάλυψη.
Τα βρετανικά αντιαεροπορικά του χώρου του αεροδρομίου βρίσκονταν σε ακατάπαυστη δράση. Τα γειτονικά τμήματα της πόλης όπως ο Πόρος, δέχονται τα πρώτα αεροπορικά σφυροκοπήματα.
Στις 18 του Μάη ειδικότερα το αεροδρόμιο μας δέχτηκε μια από τις σφοδρότερες βομβαρδιστικές επιθέσεις. Τα στούκας κάθετης εφόρμησης, βομβάρδιζαν ακατάπαυστα, έφευγαν και κύματα άλλων αεροπλάνων ακολουθούσαν, εξυπηρετώντας τον ίδιο σκοπό.
Την επόμενη μέρα διαπιστώνονται οι ζημιές που προκλήθηκαν στους συνοικισμούς Πόρος και Κατσαμπάς. Τα ηλεκτρικά καλώδια είχαν κοπεί, οι σωλήνες ύδρευσης είχαν υποστεί μεγάλες ζημιές, πολλές οικοδομές και κτίρια είχαν καταστραφεί ή μερικά ερειπωθεί χωρίς να λείπουν τα ανθρώπινα θύματα.
Τμήμα του πληθυσμού κινείται ως πρόσφυγας σε συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα γειτονικών χωριών. Μονόσπιτα, καλύβες ή άλλες πρόχειρες εγκαταστάσεις πρόσφεραν την στοιχειώδη έστω προστασίας τους, μακριά από τη διαταραγμένη ζωή της πόλης. Απομακρυσμένες ή ξεθωριασμένες συγγενικές σχέσεις ανανεώνονταν μπροστά στο κίνδυνο που διατρέχει ο αστικός πληθυσμός.
Οι συνεχείς βομβαρδισμοί και οι πληθυσμιακοί αποδυνάμωση συντελούν στη δημιουργία επισιτιστικού προβλήματος. Τα περισσότερα καταστήματα τροφίμων είχαν κλείσει και η μεταφορά αγροτικών προϊόντων από την ύπαιθρο στη “χώρα” είχε περιοριστεί στο ελάχιστο λόγω του κινδύνου που διέτρεχε η ζωή τους. Στις 13 τέλος του Μάη, μια μέρα δηλαδή πριν την έναρξη των βομβαρδισμών, φορτώθηκαν τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδος από το κατάστημά της του Ηρακλείου όπου φυλάσσονταν για 27 μέρες σε 18 φορτηγά αυτοκίνητα, τα οποία μετέφεραν το πολύτιμο περιεχόμενό τους στη Σούδα και φορτώθηκαν σε βρετανική κορβέτα για την Αίγυπτο.
Οι δυνάμεις υπεράσπισης της πόλης
Στο Ηράκλειο είχε την έδρα η 14 βρετανική ταξιαρχία πεζικού υπό τον ταξίαρχο B.H. Chappelen. Το στρατηγείο του βρισκόταν στην Αλικαρνασσό και αποτελούνταν από 4 βρετανικά και αυστραλιανά τάγματα, το βασιλικό σύνταγμα τεθωρακισμένων, την αυστραλιανή μοίρα πυροβολικού καθώς και το 3ο και 7ο ελληνικά συντάγματα πεζικού.
Οι δυνάμεις αυτές είχαν ως αποστολή την με κάθε τρόπο απόκρουση των από τη θάλασσα ή τον αέρα επιθέσεων κατάληψης του αεροδρομίου και της πόλης. Για την αποτελεσματικότερη δράση τους οι δυνάμεις αυτές είχαν αναπτυχθεί σε δύο συγκροτήματα. Το ανατολικό συγκρότημα με τις βρετανικές δυνάμεις είχε αποστολή την προστασία του αεροδρομίου και του λιμανιού της πόλης. Σʼ αυτό είχε συγκεντρωθεί και ο όγκος του πυροβολικού. Το δυτικό συγκρότημα που το αποτελούσαν οι ελληνικές δυνάμεις είχε αναλάβει την προστασία της πόλης. Σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της επιχείρησης “Ερμής” η ομάδα “Ωρίων”, δηλαδή το 1ο συνταγμα Γερμανών αλεξιπτωτιστών, είχε προορισμό την κατάληψη της πόλης και του αεροδρομίου. Το ενισχυμένο γερμανικό σύνταγμα με δύναμη 2.600 ανδρών είχε διαταχθεί να πραγματοποιήσει κεραυνοβόλα επίθεση για την κατάληψη του αεροδρομίου και της πόλης.
Στις επιθετικές “υποχρεώσεις” που αναλάμβανε ακόμα ήταν και η διατήρηση του αεροδρομίου ανοιχτού, για την προσγείωση των μονάδων που ακολουθούσαν. Διοικητής του συντάγματος είχε οριστεί ο Γερμανός συνταγματάρχης Bruno Brauer.
Με τα στοιχεία αυτά που παρατίθενται κλείνει η αυλαία του πρώτου δράματος που καλύπτει την εξέλιξη των γεγονότων που εξελίχθηκαν στο Ηράκλειο πριν από την επίσημη έναρξη της Μάχης της Κρήτης” την επόμενη μέρα.
•Αφιερώνεται στη μνήμη του στρατηγού Γιάννη Αλεξάκη και στους ηρωικούς μαχητές της Μάχης της Κρήτης.
*Ο Γιώργος Παναγιωτάκης είναι συγγραφέας, ιστορικός και ερευνητής

