Της Λίλιαν Δαφερμάκη

Δύο μήνες μετά τον περίφημο ανασχηματισμό των αντιδημάρχων στη Λότζια, και η δημοτική αρχή δείχνει ότι εξακολουθεί να δυσκολεύεται να βρει το βηματισμό της, καθώς επιμένει να σύρεται σε ατέρμονες αναλύσεις για το πώς μοιράστηκαν οι κορυφαίες θέσεις εξουσίας. Την ίδια στιγμή αναπαράγεται ένα σκηνικό ομαδοποιήσεων ανάμεσα στους «μεν», που θεωρούνται ευνοημένοι από τις πολιτικές επιλογές του δημάρχου, τους «δε», οι οποίοι θεωρούν ότι αδικήθηκαν, και τους «επί τα αυτά» που πατάνε σε δύο βάρκες, χωρίς απαραίτητα να ανήκουν στη γνωστή κατηγορία “και με τον αστυφύλαξ και με το χωροφύλαξ”.

Η εξέλιξη αυτή κάποιοι θεωρούν ότι ήταν προβλέψιμη για ένα ετερόκλητο πολιτικά σχήμα που αποδείχτηκε σε ορισμένες περιπτώσεις φυτώριο άμετρων προσωπικών φιλοδοξιών, ακόμα και για πρόσωπα που δεν έχουν στο βιογραφικό τους μια διαδρομή η οποία με κάποιο τρόπο να μπορεί να ερμηνεύσει τη στάση αυτή. Πολλοί μάλιστα θεωρούν ότι το κλίμα αυτό εκτρέφεται με ευθύνη και του ίδιου του δημάρχου, ο οποίος στη δημόσια παρουσία του προς την κοινωνία δεν εδραιώνει τον ηγετικό του ρόλο και δείχνει να έχει εναποθέσει στους αντιδημάρχους όλη την ευθύνη της εξωστρέφειας της δημοτικής αρχής. Αυτό που διαφαίνεται, ακόμα, είναι ότι οι συναισθηματικού τύπου εκκλήσεις που γίνονται «για όλα αυτά που ενώνουν την παράταξη» δεν μπορεί να αποτελέσει συγκολλητική ουσία με προοπτική σε βάθος χρόνου.

Σε κάθε περίπτωση όλη αυτή η πολιτική φαγωμάρα που ανακυκλώνεται σε δείπνα, καφέ και παρασκηνιακές συναντήσεις θα είχε κάποιο πρακτικό ενδιαφέρον για τους δημότες εάν προέκυπτε κάτι ουσιαστικό για την πόλη. Όμως από πουθενά δεν συνάγεται ότι η αντιπαράθεση έχει πολιτικό βάθος ή ότι έχει στοιχεία ιδεολογικής αντιπαλότητας για τα φλέγοντα θέματα που καλείται να διαχειριστεί ο Δήμος. Σήμερα που η κοινωνία κοχλάζει στα προβλήματα εξακολουθούμε να μη γνωρίζουμε ποια είναι η πολιτική στρατηγική του Δήμου σε κρίσιμα θέματα τα οποία είναι προφανές ότι δεν επιλύονται με παραπομπές σε νομικά βιβλία για το « τι λέει ο νόμος» (που ας σημειωθεί ότι και αυτή η ευαισθησία εκδηλώνεται επιλεκτικά αν κρίνουμε από τους χειρισμούς στην πολύκροτη υπόθεση του Πολιτιστικού Κέντρου). Η δημοτική αρχή δείχνει να εξακολουθεί να αισθάνεται ασφαλής προτάσσοντας το αναμφίβολο ηθικό της εκτόπισμα, το οποίο όμως είναι φανερό ότι δεν αρκεί για να καλύψει το πολιτικό κενό που καταγράφεται σε επίπεδο πολιτικού σχεδιασμού και στρατηγικής διαχείρισης.

Μοιάζει ακόμα να έχει εκχωρίσει στον εαυτό της την πολυτέλεια να αναλώνει παραγωγικό χρόνο στη διαχείριση της καθημερινότητας και δείχνει μάλλον αμήχανη να τρέξει εξελίξεις. Η δημοτική αρχή δείχνει βυθισμένη σε μια πολιτική “τυφλόμυγα”, όπου άλλοτε διαισθητικά σύρεται πίσω από πολιτικές επιλογές που είχαν χαραχτεί από τους προηγούμενους και άλλοτε φοβικά καταφεύγει στην «παραδοσιακή» στρογγυλοποίηση των πραγμάτων για να είναι ευχαριστημένοι όλοι. Όμως αυτοί οι τακτικισμοί και οι μεθοδεύσεις δεν συνιστούν παραγωγή πολιτικού έργου που περιμένει με αγωνία η κοινωνία και μάλιστα όχι με το στερεοτυπικό τρόπο που έχει δει μέχρι σήμερα αλλά με πραγματική πολιτική ουσία και περιεχόμενο που θα ανταποκρίνεται στις σημερινές κοινωνικές ανάγκες.