Στα 103 εκατ. ευρώ εκτιμάται η αναμενόμενη συνολική ετήσια επιβάρυνση που θα προκύψει για τα νοικοκυριά από ενδεχόμενη αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ από 23% σε 24% στα είδη παντοπωλείου (τρόφιμα), σύμφωνα με το Ινστιτούτο Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της ανάλυσης που πραγματοποίησε το ΙΕΛΚΑ, η αναμενόμενη συνολική ετήσια επιβάρυνση ανά νοικοκυριό για τα τρόφιμα είναι 25 ευρώ ανά νοικοκυριό (2,1 ευρώ/μήνα), δηλαδή επιπλέον 0,5% κατά μέσο όρο.

Οι τιμές των ειδών παντοπωλείου συνολικά μεσοσταθμικά αναμένεται να αυξηθούν κατά 0,45% (για τα προϊόντα με μεταβολή συντελεστή η αύξηση τιμής εκτιμάται σε 0,81%).

Σημειώνεται ότι παρά την αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ, λόγω της εκτιμώμενης ύφεσης βάσει των γενικότερων εξελίξεων στην οικονομία, ο αντίστοιχος ΦΠΑ προς είσπραξη το 2016 αναμένεται μειωμένος σε σχέση με το 2015 κατά -1,56% (-55 εκατ. ευρώ) και το 2017 σε σχέση με το 2015 σχεδόν αμετάβλητος με μείωση κατά -0,13% (-5 εκατ. ευρώ)

Επίσης, τονίζεται ότι οι ετήσιες αγορές τροφίμων των ελληνικών νοικοκυριών το 2015 ανέρχονται ετησίως σε 22,6 δισ. ευρώ (συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ). Η τάση είναι πτωτική την τελευταία πενταετία αν και σταθεροποιήθηκε μετά το 2012. Οι μηνιαίες αγορές σε τρόφιμα κατά μέσο όρο ανά νοικοκυριό υπολογίζονται στο επίπεδο των 380 ευρώ.

ΓΣΕΒΕΕ: Στην κατεύθυνση της ύφεσης τα μέτρα που σχεδιάζονται

Από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο έγινε προχθές δεκτό, στο Προεδρικό Μέγαρο, το προεδρείο της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών, Βιοτεχνών και Εμπόρων Ελλάδας (ΓΣΕΒΕΕ). Μετά τη συνάντηση ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί και σχεδιάζονται να ληφθούν δεν είναι προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καββαθάς έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Θέσαμε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας την αναγκαιότητα να υπάρξει εθνική συναίνεση και χάραξη εθνικών πολιτικών (ανεργία, ασφαλιστικό, προσφυγικό, ανάπτυξη) καθώς επίσης και για τα άλλα κρίσιμα ζητήματα του τόπου διότι η χώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή και ό,τι γίνει ή δε γίνει θα κρίνει το μέλλον της σε βάθος δεκαετιών και πολλών γενεών.

Είναι ενδεικτικό της κρισιμότητας ότι η σχέση εργαζομένων και συνταξιούχων βαίνει συνεχώς μειούμενη έχοντας φτάσει στο 1,3 προς 1 και ότι η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ σε όλους τους δείκτες της δείχνει επιστροφή στην περίοδο του 2012.

Επισημάναμε ότι όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί και σχεδιάζονται να ληφθούν είναι στην κατεύθυνση της ύφεσης και όχι της ανάπτυξης χωρίς να υπάρχει σχεδιασμός για διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, αναδιάταξη του παραγωγικού ιστού της χώρας και αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ελληνικής οικονομίας».

Μίχαλος: Η αύξηση του ΦΠΑ θα δώσει τη χαριστική βολή στην αγορά

Ο πρόεδρος της ΚΕΕ και του ΕΒΕΑ κ. Κωνσταντίνος Μίχαλος, κληθείς από δημοσιογράφο να σχολιάσει τις κυβερνητικές πρωτοβουλίες για το νέο ασφαλιστικό και φορολογικό νομοσχέδιο, δήλωσε:

«Για μια ακόμη φορά επιχειρείται να δοθεί λύση στα δημοσιονομικά προβλήματα της χώρας με μέτρα αποσπασματικού και καθαρά εισπρακτικού χαρακτήρα, που αποδεδειγμένα όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα αλλά αντίθετα το οξύνουν. Αποδεδειγμένα, κάθε αύξηση φόρου στην ήδη υπέρμετρη φορολόγηση που υφίστανται επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα καλλιεργεί το έδαφος για αύξηση των κρουσμάτων φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής.

Σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις συνολικά επιβαρύνονται με φόρους που φθάνουν το 52% των εσόδων τους. Και δυστυχώς, το νομοσχέδιο που έδωσε προς διαβούλευση η κυβέρνηση προβλέπει νέες μεγάλες επιβαρύνσεις, όπως για παράδειγμα η αύξηση κατά 50% του συντελεστή φορολόγησης των μερισμάτων, που διαμορφώνεται πλέον στο 15%, από 10% που ισχύει σήμερα. Καταστροφική για την ελληνική οικονομία και την αγορά θα αποβεί και η διαφαινόμενη αύξηση του υψηλού συντελεστή ΦΠΑ από το 23% στο 24%. Η αύξηση αυτή του ΦΠΑ θα δώσει τη χαριστική βολή στην αγορά, καθώς θα επιφέρει αυξήσεις τιμών σε προϊόντα και υπηρεσίες, ακόμη και των καθημερινών αναγκών των νοικοκυριών σε μια περίοδο κατακόρυφης πτώσης της αγοραστικής κίνησης.

Και οι επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις δεν σταματούν μόνο στο φορολογικό, αφού με τις διατάξεις που αφορούν στο ασφαλιστικό αυξάνονται και οι εργοδοτικές εισφορές επιβαρύνοντας έτσι το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων.

Η κυβέρνηση οφείλει έστω και την τελευταία στιγμή να αντιμετωπίσει κάτω από διαφορετική οπτική γωνία τα ζητήματα αυτά και να προωθήσει μέτρα που θα συμβάλλουν στη δημιουργία ενός δίκαιου αλλά ταυτόχρονα και ανταγωνιστικού φορολογικού πλαισίου, το οποίο θα λειτουργεί ως κίνητρο για την προσέλκυση επενδύσεων και τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων που αποτελεί το μοναδικό αντίδοτο κατά της ύφεσης».