To θέμα της Κύπρου όπως λέμε ”δεν πουλάει” στην Ελλάδα. Πώς αποφασίσατε να γράψετε ένα θεατρικό με αφορμή ακριβώς αυτό; Ποιά ήταν η αφορμή;
“Το ερέθισμα προέκυψε το 2005, κατά τη διάρκεια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση: Μια σειρά όρων και προϋποθέσεων, αλλά παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην υποχρέωση της υποψήφιας χώρας να δώσει κάποιες εξηγήσεις για την τύχη των αγνοουμένων από την εισβολή της στην Κύπρο το 1974. Κανείς έμμεσα ή άμεσα ενδιαφερόμενος δεν έθετε κάποιον σχετικό όρο. Και τότε κατάλαβα ότι το πρόβλημα, μετά από τόσα χρόνια, δεν ήταν οι αγνοούμενοι αλλά οι αγνοούντες. Τότε, το 2005, έγραψα αυτό το έργο και πρωτοπαίχτηκε στην Αθήνα το 2008. Ήταν λίγο μετά την τεράστια επιτυχία που είχε το έργο μου “Το Γάλα” και θέλησα να χρησιμοποιήσω το αυξημένο ενδιαφέρον για το επόμενό μου έργο, για να στρέψω την προσοχή σʼ αυτό το θέμα, ξέροντας πάντα βέβαια ότι δεν πουλάει”.
-Όπως έχετε πεί ξεκινήσατε να γραφετε αυτό το έργο ως ένας άνθρωπος που αναρωτιέται για την κατάσταση των λέξεων σήμερα· λέξεων όπως μνήμη, αλήθεια, δέος, ύβρις... Τελικώς όσο τις αφήνουμε πίσω μας τόσο τις βρίσκουμε μπροστά μας;
“Αυτές οι λέξεις είναι τραγικές, κι όσο τις προσπερνάς, τόσο πιο τραγικές γίνονται• οι ίδιες, αλλά και οι συνέπειες από τη λησμοσύνη τους”.
-Αυτό το έργο σας λέτε, αφορά όχι τους αγνουμενους αλλά τους αγνοούντες. Επιλέγουμε την άγνοια γιατί δεν έχει βαρύ κόστος σε τακτοποιημένες ζωές;
“Συνεχίζω την απάντησή μου για το νόημα των λέξεων που αναφέρατε στην προηγούμενη ερώτηση. Αυτό το νόημα είναι προσωπική υπόθεση του καθενός μας, που επιμελώς αμελείται μέσα στην τύρβη μιας «ενδιαφέρουσας» ζωής. Εδώ κεντράρει το έργο: Στον κρυφό μας φόβο να υπάρξουμε κατά το τραγικό μας βάθος και εύρος, προτιμώντας απλώς μια όσο το δυνατόν ανώδυνη βόλτα στην επιφάνεια ενός μεταμοντέρνου βίου”.
-Γενικότερα παρεμβαίνετε στο ανέβασμα των έργων σας;
“Όταν δω ότι πάει να γίνει κάτι κακό και μπορώ να το προλάβω, τότε ναι. Εάν όχι, τότε χαλαρώνω και το απολαμβάνω!”.
-Με ένα άλλο σας έργο, “Το γάλα”, μιλήσατε πολύ πιο πριν για την τραγωδία του μετανάστη. Πώς κρίνετε αυτά που βλέπουμε σήμερα στην Ειδομένη, τον Πειραιά και τα νησιά μας;
Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν για τον ανθρωπισμό, το κοπιράιτ του οποίου έχει η αριστερά. Όμως άλλο είναι να κάνεις τον «καλό» και άλλο να κάνεις το καλό. Το δεύτερο προϋποθέτει να ξέρεις να δίνεις. Η αριστερά στην Ελλάδα επί δεκαετίες ήξερε μόνο να ζητάει και να διεκδικεί συνήθως προνόμια για το στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα. Και όταν έφτασε επιτέλους η ώρα για να προσφέρει, ανακαλύψαμε όλοι, επιτέλους!, ότι αποτελείται κυρίως από ανθρώπους που δεν ξέρουν να δώσουν ούτε ένα ποτήρι νερό στον διπλανό τους, συνηθισμένοι οι περισσότεροι απλώς στο να απαιτούν. Είναι οικτρή αποτυχία και ανικανότητα της κυβέρνησης το ότι δεν μπορεί να περιθάλψει με στοιχειώδη αξιοπρέπεια τους πρόσφυγες στην Ειδομένη και στον Πειραιά. Πρόκειται για κάποιες χιλιάδες εξαθλιωμένων συνανθρώπων μας. Αν δεν εφαρμόσεις εκεί τις βασικές αρχές του Σοσιαλισμού, δηλαδή την αλληλεγγύη και την προστασία του αδύναμου, πού θα τις εφαρμόσεις;
Α, υπάρχει και μία άλλη προϋπόθεση για να κάνεις το καλό, και αυτή είναι απλώς να είσαι καλός. Χωρίς δεξιά ή αριστερά πρόσημα. Αλλιώς κάνεις μόνο «τον καλό» στα λόγια, και είσαι καλός απλώς στις… βαρούφες περί σοσιαλισμού και ανθρωπισμού”.
-Αν και με τα θεατρικά “κόβετε δρόμο”, ενδίδετε τελικά και στο μυθιστόρημα. Ποιες οι διαφορές τους;
“Και στα δύο κόσμους φτιάχνεις. Ο κόσμος του μυθιστορήματος είναι πιο ευρύχωρος και ο αναγνώστης καλείται να κάνει τη βόλτα του εκεί μέσα. Στο θέατρο ο κόσμος είναι πιο μικρός, όλα πρέπει να συμβούν μέσα σε μια πυκνότητα του εδώ και τώρα. Ο θεατής καλείται να γίνει μέρος αυτής της πυκνότητας.
Στα δύο μυθιστορήματα που έχω γράψει, Μπαμπούσκα και Ντίντλο, το σωματίδιο του χρόνου, μπορώ να πω ότι απόλαυσα κάπως παραπάνω την ευρυχωρία και την ελευθερία της αφηγηματικής γραφής, έτσι ώστε να έχω μια ικανοποιητική απώλεια σοβαρότητας, με αποτέλεσμα να βγουν δύο-πιστεύω-καλά «ζεν» μυθιστορήματα”.
-Το πρωί διδάσκετε ως καθηγητής μέσης εκπαίδευσης και το βράδυ γράφετε. Τα παιδιά σάς δίνουν “ανάσες” και “πάσες“ για τα γραπτά σας;
“Όταν βλέπω τις δυνατότητες των παιδιών μού κόβεται η ανάσα, κυρίως από το φόβο ότι μπορεί να πάνε χαμένες σʼ αυτόν τον τόπο και σʼ αυτές τις συνθήκες.
Κι όσο για τις πάσες, δε μου δίνουν πολλές όταν παίζουμε μπάλα, γιατί με έχουν πάρει χαμπάρι ότι είμαι χασογκόλης”.
Όπως έχετε πει, το θεατρικό έργο πρέπει να κάνει και ένα είδος «μαντείας» για το πού οδηγούν κάποια πράγματα σε σχέση με το μέλλον. Ποια είναι η δική σας «μαντεία» για τη χώρα και τους ανθρώπους της;
“Θα προτιμούσα να προκύψει από κάποιο επόμενο θεατρικό μου έργο. Δεν είμαι και ο Παΐσιος”.
-Γράφετε κάτι καινούριο τώρα;
“Χτενίζω κάποια διηγήματά μου, που θα κυκλοφορήσουν το καλοκαίρι από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, με τον τίτλο «Η ρωγμή των 7 και 45 και άλλες ιστορίες».
Ευχαριστώ πολύ, καλή αντάμωση!.

