Με χαμηλές προσδοκίες ξεκινά σήμερα η διήμερη Σύνοδος Κορυφής Ε.Ε.-Τουρκίας για το προσφυγικό, καθώς όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές αναγνωρίζουν τις δυσκολίες για την επίτευξη κοινά αποδεχτής λύσης. Η συμφωνία Ε.Ε. –Τουρκίας με τα έως τώρα δεδομένα φαντάζει εξαιρετικά δύσκολη. Οι δυσκολίες δεν αφορούν μόνο στις υποχωρήσεις που θα κληθούν να κάνουν Ελλάδα και Κύπρος, αλλά και στους «σκληρούς» της Ευρώπης, που εκτός από τα σκληρά σύνορα δεν αποδέχονται τη μετεγκατάσταση προσφύγων στις χώρες τους. Την επίτευξη συμφωνίας δυσχεραίνουν ακόμα τα νομικά προβλήματα που επικαλούνται διεθνείς φορείς και οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ.

Σουλτς: “Κίνδυνος διάλυσης της Ευρώπης”

Πιο ρεαλιστής εμφανίστηκε χθες ο πρόεδρος του Ευρωκοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς, που εκτίμησε ότι η Σύνοδος Κορυφής Ε.Ε.-Τουρκίας δεν θα έχει την πολυπόθητη έκβαση, μιλώντας στις εφημερίδες του ομίλου Funke (WAZ, Berliner Morgenpost κ.ά.), όπως μεταδίδει η Deutsche Welle.

Ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός δηλώνει ότι «μάλλον δεν θα υπάρξει οριστική, επιτυχής έκβαση της συνόδου», θεωρεί ωστόσο ότι «θα σημειωθεί πρόοδος σε ορισμένα σημεία».

Όπως επισημαίνει, προϋπόθεση για μια ουσιαστική συμφωνία με την Τουρκία αποτελεί η ενεργοποίηση του ήδη συμπεφωνημένου μηχανισμού για την ανακατονομή 160.000 προσφύγων.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απευθύνει προειδοποίηση για πιθανή αποτυχία της Ε.Ε. στο ζήτημα αυτό: «Χρειαζόμαστε μια ευρωπαϊκή λύση, η οποία θα αντιμετωπίζει τα αίτια της προσφυγικής κρίσης. Εάν δεν επιτευχθεί αυτή η λύση, η Ευρώπη κινδυνεύει με διάλυση».

Υπενθυμίζει ότι διαλυτικές τάσεις έχουν ήδη κάνει την εμφάνισή τους στην ευρωπαϊκή οικογένεια και υποστηρίζει ότι «τα χάσματα που έχουν ήδη εκδηλωθεί «μπορεί να οδηγήσουν στην αποτυχία της Ε.Ε.».

Κομισιόν: “Δεν δίνουμε λευκή επιταγή στην Άγκυρα”

Με την σχεδιαζόμενη συμφωνία για το προσφυγικό, η ΕΕ δεν δίνει λευκή επιταγή στην Τουρκία, υποστήριξε ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Φρανς Τίμερμανς, λέγοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μετατραπούν Ελλάδα και Τουρκία σε τεράστιους καταυλισμούς προσφύγων.

«Η εναλλακτική σε μια συμφωνία για το μεταναστευτικό με την Τουρκία είναι ακόμη περισσότερα προβλήματα σαν της Ειδομένης» δήλωσε ο Φρανς Τίμερμανς, μια μέρα πριν την έναρξη της διήμερης Συνόδου Κορυφής, τονίζοντας ότι Ελλάδα και Τουρκία θα πρέπει να αλλάξουν τη νομοθεσία, ώστε να λειτουργήσει το σχέδιο για το μεταναστευτικό.

Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα και στις πρακτικές δυσκολίες που θα κληθεί να αντιμετωπίσει, λόγω του όγκου των αιτήσεων ασύλου και της πολύπλοκης διαδικασίας επιστροφών προσφύγων, ο Τίμερμανς υποστήριξε πως υπάρχει η δυνατότητα εντός του νομικού πλαισίου να γίνει πολύ γρήγορα. Μάλιστα, ο αξιωματούχος υποστήριξε πως υπάρχει δυνατότητα εντός του νομικού πλαισίου να γίνει πολύ γρήγορα αλλά η Ελλάδα θα χρειαστεί να αυξήσει τις δυνατότητες φιλοξενίας προσφύγων αλλά και τον ρυθμό εξέτασης των αιτήσεων –κάτι που περιλαμβάνει και την παρουσία δικαστών στα νησιά.

Η Τουρκία θα πρέπει επίσης να εκπληρώσει μέχρι τέλος Απριλίου συγκεκριμένα μέτρα, ώστε να καταργηθεί η βίζα για τους Τούρκους πολίτες που ταξιδεύουν στην Ευρώπη, μέχρι τέλη Ιουνίου, πρόσθεσε ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, επιμένοντας ότι η ΕΕ δεν δίνει λευκή επιταγή στην Άγκυρα.

Τουσκ: “Απομένουν ακόμα πολλά να γίνουν”

«Ο στόχος είναι σαφής: μια συμφωνία αποδεκτή από όλα τα 28 κράτη-μέλη, καθώς και από τους Τούρκους εταίρους μας. Οι εργασίες προχωρούν, αλλά μένουν ακόμα πολλά να γίνουν» αναφέρει ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, στην πρόσκληση που απέστειλε στους 28 ηγέτες για τη σημερινή κρίσιμη Σύνοδο Κορυφής.

Ο ίδιος αναφέρει πως ο κατάλογος των θεμάτων που πρέπει να επιλυθούν πριν να γίνει εφικτή μια συμφωνία είναι «μακρύς», ενώ ως προτεραιότητα θέτει «να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις θα σέβονται τόσο το ευρωπαϊκό όσο και το διεθνές δίκαιο». Επίσης, σημειώνει πως πρέπει να εξεταστεί το πώς θα αποτραπεί η εμφάνιση νέων μεταναστευτικών διαδρομών, χερσαίων και θαλάσσιων από την Τουρκία στην Ευρώπη καθώς και οι τρόποι με τους οποίους θα στηριχθεί η Ελλάδα στην «πρακτική εφαρμογή» του νέου μηχανισμού επιστροφών, «μέσω της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για το Άσυλο και εάν είναι απαραίτητο μέσω βοήθειας απευθείας από τα κράτη μέλη».