Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει τον Καζαντζάκη, καζαντζακικά. Δηλαδή χωρίς θεοποίηση. Επισημαίνει τις μεταλλάξεις του από υπερπατριώτη, φιλοκομμουνιστή, αντικομμουνιστή και απολίτικο στα γεράματά του, εξηγώντας πως υπήρξε κόκκινο πανί για τους ανθρώπους που τα πάντα στη ζωή τους ήταν άσπρο-μαύρο.

Στη πορεία της εξιστόρησης αναφέρονται και αθέατες πτυχές από τη συμπεριφορά των αντίζηλων ομότεχνων, όπως η μαρτυρία του Ίνγκερ Ρέντιν, φιλόλογου και μετραφραστή του Ελύτη στα σουηδικά, ο οποίος έφθασε στην Αθήνα το 1979 απεσταλμένος της Ακαδημίας για να βολιδοσκοπήσει τον Γιάννη Ρίτσο και τον Οδυσσέα Ελύτη αν δέχονται να μοιραστούν το βραβείο ως συμβολική συμφιλίωση. Και οι δύο αρνήθηκαν, οπότε οι Ακαδημαϊκοί πλειοψήφησαν υπέρ του δεύτερου.

Πρόκειται για μια ερευνητική αφήγηση που σηκώνει το πέπλο του μύθου ο οποίος περιβάλλει το χώρο των ανθρώπων της λογοτεχνίας, ρίχνοντας φως σε ανταγωνισμούς, αντιζηλίες, εμπάθειες, ευτέλειες, φθόνους και μίση εκεί που νομίζουμε πως όλα είναι καθαγιασμένα...