Όλο το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνου

Πρόεδρος του Δικαστηρίου: “Οι αποφάσεις της Bουλής δεν υποκαθιστούν τη δικαστική κρίση”


Αθώο έκρινε χθες το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνου τον Γερμανό καθηγητή, Χάιντς Ρίχτερ, ο οποίος παραπέμφθηκε στο εδώλιο με βάση τις διατάξεις του αντιρατσιστικού νόμου για "άρνηση εγκλημάτων πολέμου του ναζισμού, τα οποία στρέφονται κατά του κρητικού λαού με υβριστικό περιεχόμενο" με αφορμή κάποιες αναφορές στο βιβλίο του για τη Μάχη της Κρήτης.

Ο πρόεδρος του δικαστηρίου αναφερόμενος στο σκεπτικό της απόφασης έκρινε αντισυνταγματικό, ανίσχυρο και ανεφάρμοστο το άρθρο 2 του αντιρατσιστικού νόμου ως προς το σκέλος που παραπέμπει σε γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και πολέμου που έχουν αναγνωριστεί με αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων. Όπως επεσήμανε μεταξύ άλλων “Με τη διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 4285/14 με την οποίαν ενσωματώθηκε η απόφαση-πλαίσιο 2008/931/ΔΕΥ, ο νομοθέτης επέλεξε να τιμωρήσει την επιδοκιμασία, τον ευτελισμό ή την κακόβουλη άρνηση της ύπαρξης και της σοβαρότητας γενοκτονιών, εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και πολέμου, τα οποία, εκτός από αποφάσεις διεθνώς δικαστηρίων, έχουν αναγνωριστεί και «με αποφάσεις της Βουλής», στις οποίες εμπίπτουν και οι παραπάνω νόμοι σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα ΠΔ.

Ειρήσθω εν παρόδω, η απόφαση-πλαίσιο αποτέλεσε τον καρπό της Γερμανικής Προεδρίας της ΕΕ κατά το 2007.

Σε γενικές γραμμές, ο νόμος Ν. 4285/14, καθόσον απαιτεί την εκφορά ρατσιστικού λόγου που δύναται να προκαλέσει μίσος ή έχει υβριστικό ή απειλητικό περιεχόμενο και δεν αρκείται μόνον στην άρνηση, την επιδοκιμασία ή τον ευτελισμό των παραπάνω εγκλημάτων, κινείται εντός των πλαισίων που διαγράφονται από τα θεμελιώδη δικαιώματα και το Σύνταγμα.

Ο Έλληνας νομοθέτης όμως, με την προσθήκη του σκέλους που παραπέμπει «σε αποφάσεις της Βουλής» μπορεί να τιμωρεί την επιδοκιμασία, τον ευτελισμό ή την κακόβουλη άρνηση της ύπαρξης και της σοβαρότητας ιστορικών ή σύγχρονων περιστατικών, των οποίων την ύπαρξη και το νομικό χαρακτηρισμό ως εγκλήματα, μπορεί ο ίδιος να καθορίζει, υποκαθιστώντας έτσι τη δικαστική λειτουργία.

Επιπλέον, η προσθήκη του προαναφερθέντος στοιχείου, όχι μόνο δεν προβλεπόταν από την ίδια την απόφαση-πλαίσιο που ενσωματώθηκε με το Ν. 4285/14, αντιθέτως σαφέστατα αποκλειόταν, διότι αυτή αναφερόταν αποκλειστικά στην αναγνώριση εγκλημάτων πολέμου κλπ. «με αποφάσεις διεθνών ή/και εθνικών δικαστηρίων μόνον».

Συνεπώς, ο νομοθέτης με την εισαγωγή του σκέλους που παραπέμπει σε εγκλήματα που έχουν αναγνωριστεί «με αποφάσεις της Βουλής», υπερέβη αντισυνταγματικώς τα όρια της νομοθετικής του λειτουργίας, παραβίασε τη συνταγματική αρχή της νομιμότητας των ποινικών εγκλημάτων και επιχείρησε να εισχωρήσει ανεπίτρεπτα στη δικαστική λειτουργία, διότι δεν θεμελίωσε το αξιόποινο αποκλειστικά σε κανόνα δίκαιου ως όφειλε, αλλά στην αναγνώριση και το νομικό χαρακτηρισμό γεγονότων του παρελθόντος ως εγκλημάτων με νόμο, υποκαθιστώντας έτσι τη δικαστική κρίση.

Επιπροσθέτως, παραβίασε την ελευθερία του λόγου και την ακαδημαϊκή ελευθερία, δοθέντος ότι οι νόμοι που «αναγνωρίζουν» (ή θεσπίζουν) ιστορικά γεγονότα, ακόμη κι αν εκφράζουν την πλειοψηφία, δεν μπορούν σε μια δημοκρατική και πλουραλιστική κοινωνία και σύγχρονο κράτος δικαίου να αποτελούν τη βάση δεσμευτικών κανόνων που να συνεπάγονται νομικές απαγορεύσεις και κυρώσεις.

Τέλος, παραβίασε το καθήκον αμοιβαίας και πιστής συνεργασίας της Συνθήκης της ΕΕ, διότι, κατά την ενσωμάτωσή της παραπάνω απόφασης-πλαισίου, εξάρτησε το αξιόποινο από «αποφάσεις της Βουλής», το οποίο η ίδια σαφώς απέκλεισε και έτσι παρέκκλινε ουσιωδώς από την αξιόποινη συμπεριφορά που αυτή τυποποιούσε, με αποτέλεσμα να αναιρεί τους επιδιωκόμενους σκοπούς της και, συγκεκριμένα, τη νομοθετική εναρμόνιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Τούτων δοθέντων, το άρθρο 2 του Ν. 4285/14 με το οποίο αντικ. το άρθρο 2 του Ν. 927/1979 κατά το σκέλος που παραπέμπει σε γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και πολέμου που έχουν αναγνωριστεί «με αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων» είναι αντίθετο με το Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Dίκαιο, και, ως εκ τούτου, ανίσχυρο και ανεφάρμοστο.

Κατόπιν τούτων, ο κατηγορούμενος κηρύσσεται αθώος».

Ένταση

Στην αίθουσα του δικαστηρίου βρισκόταν πλήθος κόσμου, μεταξύ αυτών και αγρότες που μεταφέρθηκαν εκεί από το μπλόκο του Ατσιπόπουλου.

Με την ανακοίνωση της απόφασης πολλοί παρευρισκόμενοι φώναξαν «αίσχος» και στην αίθουσα προκλήθηκε ένταση, η οποία δεν πήρε όμως μεγαλύτερες διαστάσεις.

Όπως έχει ήδη προαναγγείλει ο δικηγόρος του «Σωματείου Ρεθυμνίων Πληγέντων από τη ναζιστική κατοχή 1941-1944», Γιώργος Σταράκης, ο σύλλογος θα ζητήσει την αναίρεση της αθωωτικής απόφασης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου.