
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Φοβούμενος ότι οι συνομιλίες τους μπορεί να παρακολουθούνται από την ΕΛ.ΑΣ, ο 44χρονος υπόδικος των φυλακών Νεάπολης προσπαθούσε με κάθε τρόπο να προστατεύσει το μυστικό της γιάφκας, επιχειρώντας με τα λεγόμενα του να παραπλανήσει τους αστυνομικούς που ενδεχομένως άκουγαν τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του με τους δύο συγκατηγορούμενους κουμπάρους του.
Όπως αναφέρεται στην δικογραφία, επεδίωκε για προφανείς λόγους να κρατήσει κρυφή την ακριβή διεύθυνση της γκαρσονιέρας αλλά και την ταυτότητα του ιδιοκτήτη. Έτσι ενώ ως γνωστόν η γκαρσονιέρα βρίσκεται στην οδό Μήτσα, στο κέντρο της πόλης του Ηρακλείου, αυτός και οι συγκατηγορούμενοι του μιλούσαν στα τηλέφωνα για κάθετη οδό στην «λεωφόρο Κνωσού» ενώ κάθε φορά που αναφέρονταν στον ιδιοκτήτη, τον αποκαλούσαν ως «γέρο», «κοπελιά» και «γκομενάκι».
Σύμφωνα με την Αστυνομία, ο φόβος μήπως και αποκαλυφθεί η υπόγεια γκαρσονιέρα είχε ενταθεί μετά την σύλληψη του 44χρονου, τον περασμένο Σεπτέμβριο για ναρκωτικά, γιʼ αυτό και τις λεπτομέρειες τις κανόνιζαν στις μεταξύ τους επαφές στα επισκεπτήρια στις φυλακές Νεάπολης.
Όπως προκύπτει, οι αστυνομικοί «παγίδευσαν» αρχικώς το τηλέφωνο του 40χρονου Ηρακλειώτη επιχειρηματία και ακολούθως του 26χρονου Ρεθυμνιώτη. Υπήρξε επισύνδεση και στο τηλέφωνο ενός Ζωνιανού, τον οποίο σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ επιχείρησαν να εμπλέξουν με τη γιάφκα, όμως εκείνος αρνήθηκε να συμμετάσχει και έτσι οι αστυνομικοί έκριναν σκόπιμο να σταματήσουν την παρακολούθηση του τηλεφώνου του.
Το «τρικ» της ΕΛ.ΑΣ
Επισήμως, αυτό τουλάχιστον αναφέρεται στην δικογραφία, η ΕΛ.ΑΣ ξεκινάει τις έρευνες για την υπόθεση μετά από μία πληροφορία που δέχεται στις 8 το βράδυ της 28ης Σεπτεμβρίου του 2015, δηλαδή τέσσερις ημέρες μετά την σύλληψη του 44χρονου ενοικιαστή της γιάφκας. Η πληροφορία αυτή αναφέρει ότι ο 44χρονος υπόδικος και ο 40χρονος Ηρακλειώτης επιχειρηματίας κατέχουν παράνομα μεγάλο αριθμό οπλισμού στην περιοχή των Σισών(!). Η αναφορά αυτή κατά πολλούς ενδέχεται να αποτελεί περισσότερο ένα τρικ της Αστυνομίας προκειμένου να ξεκινήσουν οι προβλεπόμενες διαδικασίες από την Εισαγγελία Ρεθύμνου και να προστατευθούν ενδεχομένως άλλες προηγηθείσες ενέργειες που σχετίζονται κυρίως με την «πηγή» της πληροφόρησης.
Με προφυλακισμένο τον 44χρονο, η «καλωδίωση» του 40χρονου επιχειρηματία ήταν μονόδρομος για την ΕΛ.ΑΣ που από τις 7 Οκτωβρίου αρχίζει να παρακολουθεί νόμιμα κάθε του κίνηση.
Με βάση τα όσα αναφέρονται, στις 19 Οκτωβρίου ο 40χρονος πηγαίνει στις φυλακές Νεάπολης για να επισκεφθεί τον κουμπάρο του, όμως τελικά δεν καταφέρνει να τον δει. Στις 2 Νοεμβρίου σε τηλεφωνική επικοινωνία του 44χρονου υπόδικου με τον Ηρακλειώτη κουμπάρο του επισημαίνεται για πρώτη φορά η αναγκαιότητα συνάντησης του δεύτερου με τον ιδιοκτήτη της γκαρσονιέρας με σκοπό την καταβολή του ενοικίου. Στην ίδια συνομιλία καταγράφεται για πρώτη και μοναδική φορά το γεωγραφικό στίγμα της πολυκατοικίας στην οποία στεγάζεται η γκαρσονιέρα-γιάφκα.
Στις 4 Νοεμβρίου, ο 40χρονος Ηρακλειώτης μεταβαίνει εκ νέου μαζί με ακόμα ένα άτομο στις φυλακές Νεάπολης προκειμένου να επισκεφθούν τον υπόδικο. Στην κατʼ ιδίαν συνάντηση τους, ο 44χρονος υπενθυμίζει στον Ηρακλειώτη ότι θα πρέπει να συναντήσει τον ιδιοκτήτη της γκαρσονιέρας για να τακτοποιήσει το θέμα του ενοικίου.
Στις 7 Νοεμβρίου, σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, αναδεικνύεται ο έντονος φόβος του 44χρονου για έγκαιρη καταβολή του ενοικίου προκειμένου να μην καταλάβει ο ιδιοκτήτης ότι είναι προφυλακισμένος και αποκαλυφθεί το οπλοστάσιο. Μάταια όμως καθώς σύμφωνα με την Αστυνομία, ο ιδιοκτήτης γνώριζε για την σύλληψη του 44χρονου ήδη από τον Σεπτέμβριο οπότε και προφυλακίστηκε.
Στην δικογραφία καταγράφονται βήμα-βήμα οι κινήσεις και οι συνομιλίες των δύο προαναφερόμενων αλλά και του τρίτου κατηγορούμενου, του 26χρονου Ρεθυμνιώτη, η παρουσία του οποίου προκύπτει στην πορεία όταν καθʼ υπόδειξη του προφυλακισμένου αναλαμβάνει να πληρώσει εκείνος ενοίκια στον ιδιοκτήτη.
Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι παρά την παρακολούθηση των τηλεφώνων των εμπλεκομένων, στο πλαίσιο της πολυσέλιδης δικογραφίας δεν κατέστη εφικτό να εξακριβωθούν περιπτώσεις εμπορίας όπλων, γεγονός που οι αστυνομικοί της Ομάδας Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος αποδίδουν: στις κατʼ ιδίαν συναντήσεις των κατηγορουμένων, στο ότι πολλές τηλεφωνικές επικοινωνίες γίνονταν μέσω σταθερών τηλεφώνων αλλά και στο ότι οι εμπλεκόμενοι ήταν πολύ προσεκτικοί στα λεγόμενα τους. Γίνεται μόνο μία αναφορά με αιχμή μία τηλεφωνική συνομιλία, το περιεχόμενο της οποίας ωστόσο είναι κάπως "θολό".
Σε λιμενοφύλακα ανήκε το κλεμμένο όπλο
Από το ισόγειο διαμέρισμα ενός λιμενοφύλακα στην Νέα Σμύρνη είχε κλαπεί το 1997 το πιστόλι Glock που βρέθηκε, όπως έγραψε η "Π", πριν από λίγες ημέρες στην γιάφκα με τον βαρύ οπλισμό, στο κέντρο της πόλης του Ηρακλείου. Παράλληλα η ΕΛ.ΑΣ αναμένει τις απαντήσεις του Ελληνικού Στρατού σχετικά με το εάν είναι κλεμμένα τρία πολεμικά όπλα και μία διόπτρα τα οποία επίσης κατασχέθηκαν στην υπόγεια γκαρσονιέρα. Για τον υπόλοιπο οπλισμό αναμένονται οι απαντήσεις των εργαστηρίων της ΕΛ.ΑΣ.

