Του Θάνου Περβολαράκη

“Νέκρωσε η πόλη μετά το απίστευτο μακελειό

Δύο Ηρακλειώτες, οι οποίοι μένουν μόνιμα στο Παρίσι περιγράφουν στην “Π” τα δραματικά γεγονότα που εκτυλίχθηκαν στην Πόλη του Φωτός και εξαιτίας των οποίων έχασαν τη ζωή τους δεκάδες αθώοι άνθρωποι. Ο Μάνος Βογιατζάκης, στέλεχος αεροπορικής εταιρείας, και ο Ανδρέας Γιαννακάκης, ψυχολόγος, αν και δεν βρίσκονταν (ευτυχώς) στα σημεία όπου το αίμα κυλούσε σαν ποτάμι, το βράδυ της Παρασκευής, έζησαν και συνεχίζουν να βιώνουν τις τραγικές παρενέργειες αυτού του λουτρού αίματος που σημάδευσε (δυστυχώς) για πάντα την γαλλική πρωτεύουσα.

Και οι δύο αισθάνονταν μέχρι και προχθές ότι ζούσαν σε μία από τις πιο ασφαλείς πόλεις του κόσμου, όπου θα μπορούσαν να βρεθούν ανά πάσα ώρα και στιγμή οπουδήποτε, χωρίς να σκεφτούν ότι κινδυνεύει η ζωή τους… Εδώ και λίγα όμως 24ωρα το αίσθημα αυτό της ασφάλειας έχει κλονισθεί και το μόνο που λένε ότι θα πρέπει να γίνει είναι να μην κυριαρχήσει ο φόβος στις καρδιές των κατοίκων της Γαλλίας.

Ο κ. Βογιατζάκης μένει τα τελευταία 10 χρόνια στο Παρίσι. Τα χρόνια αυτά στο εξωτερικό δεν ένιωσε ποτέ το αίσθημα του κινδύνου. Όλα αυτά όμως μέχρι και προχθές, που είδε στην τηλεόραση ότι σε κοντινή απόσταση από το σπίτι του εκατόμβες νεκρών σχηματίζονταν σε διάφορα σημεία της γαλλικής πόλης. «Ένιωθα και ήμουν ασφαλής. Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να βγω έξω, να περπατήσω, να πάρω τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να μετακινηθώ. Έβλεπα παντού αστυνομικούς σε μία πόλη, η οποία εκτός του ότι είναι πανέμορφη, ήταν και μια πόλη ασφαλής» αναφέρει ο ίδιος.

Το βράδυ της περασμένης Παρασκευής ο κ. Βογιατζάκης ενημερώθηκε από την τηλεόραση για το τι συνέβη στο 13ο διαμέρισμα του Παρισιού, σε μια περιοχή πολύ κοντά από όπου βρίσκεται το σπίτι του. «Δεν άκουσα τις εκρήξεις, αλλά ακούγονταν διαρκώς οι σειρήνες των περιπολικών, των ασθενοφόρων και των πυροσβεστικών οχημάτων. Τα τηλέφωνα κυρίως από την Ελλάδα δεν σταμάτησαν, από συγγενείς και φίλους που ήθελαν να πληροφορηθούν εάν είμαι καλά» αναφέρει.

Από την πρώτη στιγμή οι Αρχές, όπως λέει ο κ. Βογιατζάκης, ζητούσαν από τους πολίτες να παραμείνουν στα σπίτια τους και να μετακινούνται μόνο εάν υπάρχει μεγάλη ανάγκη, ενώ διέκοψαν τα δρομολόγια τους τα τρένα στο μετρό.

«Νέκρωσε το κέντρο»

Ο ίδιος όσο και οι περισσότεροι κάτοικοι στο Παρίσι πέρασαν τη νύχτα στα σπίτια τους είτε σε οικίες άλλων κατοίκων της πόλης που άνοιξαν τις πόρτες των διαμερισμάτων τους για να φιλοξενήσουν όσους βρίσκονταν στους δρόμους εκείνο το βράδυ και δεν μπορούσαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους.

Η επόμενη ημέρα ήταν εκείνη που έδειχνε το «μούδιασμα» και το φόβο που είχε απλωθεί σε όλη την γαλλική πρωτεύουσα. «Το Σάββατο το πρωί, όταν χρειάστηκε να κατέβω στο κέντρο, οι δρόμοι του Παρισιού ήταν άδειοι, αν και ήταν Σάββατο και θα περίμενε κανείς η πόλη να σφύζει από ζωή. Είχα προγραμματίσει να πάω σε ένα παζάρι, το οποίο όμως λόγω των γεγονότων δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ»

Πώς αντέδρασε ο κόσμος ώρες μετά το ισχυρό σοκ που υπέστη; Τον ρωτήσαμε.

«Μίλησα με περισσότερα από 15 άτομα. Όλοι τους όπως κι εγώ ήμασταν σε κατάσταση πανικού. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε, τι να σκεφτούμε, πώς να αντιδράσουμε. Το ευχάριστο είναι ότι δεν έχω διακρίνει τον κόσμο να είναι εχθρικός, παρά την ανησυχία και τον φόβο που τον έχει καταβάλει».

«Θα ξεπεράσουμε το φόβο και θα συνεχίσουμε να ζούμε»

Μέσα σε έναν κινηματογράφο, που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από τα σημεία όπου χτύπησαν οι τρομοκράτες, βρισκόταν ο κ. Ανδρέας Γιαννακάκης προχθές το βράδυ. Τόσο ο ίδιος όσο και η παρέα του αλλά και όλοι όσοι βρίσκονταν στην αίθουσα, δεν αντιλήφθηκαν τίποτα, δεν άκουσαν την ώρα της προβολής τις σειρήνες, τις εκρήξεις ή τις ριπές των πολυβόλων. Μονάχα βγαίνοντας στους δρόμους διαπίστωσαν τις πρώτες εικόνες της κόλασης που έμελλε να ζήσει η πόλη στην οποία έχει επιλέξει να μένει εδώ κι αρκετό καιρό. «Αρχικά», αναφέρει «είδαμε μια κοπέλα που προσπαθούσε να μάθει έντρομη πληροφορίες για κάποιο συγγενικό της ή φιλικό της πρόσωπο. Νομίσαμε ότι ήταν κάτι προσωπικό. Στη συνέχεια ακούγαμε το θόρυβο από τις σειρήνες, ο οποίος ήταν σε τέτοια ένταση που αμέσως καταλάβαμε ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει».

Σύμφωνα με τον ίδιο, «τη μεγαλύτερη λαχτάρα και αγωνία την έζησαν οι συγγενείς του στο Ηράκλειο, καθώς ο κ. Γιαννακάκης είχε κλείσει το τηλέφωνό του, όση ώρα βρισκόταν στον κινηματογράφο».

Το μέγεθος του ολέθρου για τη γαλλική πρωτεύουσα το διαπίστωσε κι εκείνος στο σπίτι του, όταν επέστρεψε, ανοίγοντας την τηλεόραση. «Οι επιθέσεις έγιναν σε μέρη όπου συχνάζουν ντόπιοι, όχι τουρίστες, ήθελαν να πλήξουν τους Παριζιάνους, να σκοτώσουν τους κατοίκους αυτής της πόλης» σχολιάζει.

Ο κ. Γιαννακάκης, αν και δεν κινήθηκε την επόμενη ημέρα στο κέντρο της πόλης, πληροφορήθηκε από φίλους του ότι το Παρίσι ήταν «νεκρό». Το πολυσύχναστο μπαρ που συχνάζει κι ο ίδιος, προχθές Σάββατο ήταν άδειο, όπως και τα περισσότερα καταστήματα, εστιατόρια κοκ. «Φίλος μου που πήγε στο συγκεκριμένο μπαρ και σε ένα εστιατόριο μού είπε ότι υπήρχαν μονάχα τρία άτομα» προσθέτει χαρακτηριστικά και καταλήγει λέγοντας: «Αυτό όμως δεν είναι η λύση. Ο φόβος δεν είναι και δεν ήταν ποτέ η λύση. Δεν πρέπει να είναι επιλογή να μείνεις στο σπίτι σου και να φοβάσαι... Συνεχίζεις τη ζωή σου και ο Θεός βοηθός. Δε θέλω να ζήσω με το φόβο. Και νομίζω ότι και ο κόσμος εδω στο Παρίσι θέλει να συνεχίσει να ζει και να μη φοβάται».