Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη

Δώδεκα χρόνια ζούσε με τη «ρετσινιά» της κλοπής της θαυματουργής εικόνας από τη Μονή Καλυβιανής

Το στίγμα της κλοπής της θαυματουργής εικόνας του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου από την Μονή Καλυβιανής τον καταδίωκε επί μία δωδεκαετία. Η ζωή του άλλαξε δραματικά  από την ημέρα  που θέλησε να εκπληρώσει το τάμα που είχε υποσχεθεί στην χάρη της Παναγιάς. Λίγους μήνες πριν, λόγω θεομηνίας, τα νερά του Γεροπόταμου «φούσκωσαν», απειλώντας να παρασύρουν το θερμοκήπιο του. Μπροστά στον κίνδυνο της ολοκληρωτικής καταστροφής, «γονάτισε» , έκλαψε και επικαλέστηκε την βοήθεια της Μεγαλόχαρης. Να κάνει το θαύμα της και εκείνος θα Της άναβε λαμπάδα.

Ο καιρός πέρασε και το μεσημέρι της 21ης Ιουνίου του 2003, η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να περάσει μπροστά από το μοναστήρι.  Θυμήθηκε το τάμα, προσπέρασε και στα εκατό μέτρα μετανιωμένος, έκανε στροφή με το αυτοκίνητο του, πήγε σε κατάστημα στις Μοίρες, αγόρασε την λαμπάδα και κατευθύνθηκε στο Μοναστήρι.

Από την ημέρα εκείνη ξεκίνησε η πολυετής δοκιμασία του...Η εκπλήρωση του τάματος συνέπεσε με την κλοπή της θαυματουργής εικόνας.  Μία εικόνα σύμβολο όχι μόνο για την περιοχή της Μεσαράς όπου βρίσκεται η Μονή αλλά και για ολόκληρη την Κρήτη. Ήταν τέτοια η συναισθηματική φόρτιση κλήρου και λαού για την επανάκτηση της (μέχρι σήμερα παραμένει άφαντη) που ασκήθηκαν ισχυρές πιέσεις από ομογενείς του εξωτερικού με επιστολές τους στον τότε πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή  προκειμένου ο φάκελος της μυστηριώδους κλοπής να ανασυρθεί από το αρχείο και να ερευνηθεί η υπόθεση από τα κεντρικά της Αθήνας αλλά και την Ιντερπόλ.

Οι μαρτυρίες μοναχών οδήγησαν τις έρευνες στον 48χρονο, ο οποίος αν και εξ αρχής επέμενε στην αθωότητα του, θεωρήθηκε ύποπτος με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο να τον καταδικάζει σε ποινή κάθειρξης έξι ετών με αναστολή.

«Ο πατέρας μου με πενθεί ζωντανό»

Και χθες, η μία μοναχή από τις βασικές μάρτυρες κατηγορίας (η άλλη έχει αποβιώσει) εξέφρασε στο δικαστήριο την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος είναι ο άνθρωπος που έκλεψε την εικόνα. Υποστήριξε ότι προανακριτικά δεν ήταν κατηγορηματική καθώς ήλπιζε μέσα της ότι θα μετανοήσει και θα επιστρέψει την εικόνα στην φυσική της θέση, κάτι όμως που δεν έπραξε.

Λίγη ώρα αργότερα η αίθουσα του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης «καθηλώθηκε» από την έκρηξη συναισθημάτων της απολογίας του 48χρονου κατηγορούμενου. Η εικόνα του, ο τρόπος ομιλίας του, οι κινήσεις του παρέπεμπαν σε έναν άνθρωπο, ο οποίος έχει βιώσει στο πετσί του κατάφωρη αδικία. Έδειχνε ένας άνθρωπος από τον οποίο έχουν υφαρπάξει βίαια την τιμή και την υπερηφάνεια του και εν τέλει την ίδια του τη ζωή, υπό την σκιά της «ρετσινιάς» του κλέφτη και του ιερόσυλου. «Βρέθηκα στον λάθος τόπο, την λάθος στιγμή. Πήγα να ανάψω μία λαμπάδα για το τάμα που είχα κάνει. Δώδεκα χρόνια φωνάζω ότι είμαι αθώος. Οι καλόγριες κάνουν τραγικό λάθος. Μου έχουν καταστρέψει τη ζωή. Όσο ζω θα το φωνάζω ότι δεν είμαι εγώ ο δράστης. Αν το είχα παραδεχτεί, τώρα και χρόνια θα είχα ξεμπερδέψει. Θα είχε δοθεί ένα τέλος σε αυτήν την δοκιμασία. Ο πατέρας μου με πενθεί ζωντανό. Εδώ μέσα σήμερα βρίσκεται όλο το χωριό μου για να με στηρίξει» φώναζε με δάκρυα στα μάτια, στρέφοντας πολλές φορές το βλέμμα του προς τις καλόγριες που παρακολουθούσαν την ακροαματική διαδικασία.

Η χειμαρρώδης απολογία του 48χρονου βασάνισε ακόμα περισσότερο την κρίση των δικαστών που δεν έκρυψαν τον προβληματισμό τους στο δρόμο για την αναζήτηση της αλήθειας και της απονομής δικαιοσύνης. Για ποιο λόγο οι μοναχές θα διακινδύνευαν την ιεροσύνη και τον όρκο τους προκειμένου να κατηγορήσουν έναν αθώο άνθρωπο;  Στην προσπάθεια αυτή η πρόεδρος της έδρας κάλεσε και πάλι την μοναχή από την οποία ζήτησε να κοιτάξει κατάματα τον κατηγορούμενο και να πει στο δικαστήριο εάν στο πρόσωπο του αναγνωρίζει με βεβαιότητα τον δράστη της κλοπής. Η μοναχή τρεις φορές, αναφερόμενη σε τρίτο πρόσωπο, είπε στο δικαστήριο «τον είδα από το πλάι να φεύγει και να κρατά  μπροστά του την εικόνα».

Η μαρτυρία της μοναχής προκάλεσε την έντονη αντίδραση του κατηγορούμενου, ο οποίος της είπε: «κάνεις τραγικό λάθος, θα κριθείς από τον Θεό», φράση για την οποία του έγινε αυστηρή σύσταση από έδρας.

Στο σημείο αυτό η μοναχή, απευθυνόμενη στο δικαστήριο, ρώτησε εάν γίνεται να σταματήσει η δίκη και να τελειώσουν όλα εκεί. «Εμείς θέλουμε πίσω μόνο την εικόνα!».

Η λύτρωση

Το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ανατολικής Κρήτης κήρυξε αθώο τον αγρότη λόγω αμφιβολιών με την πρόεδρο να σημειώνει ότι η κατάθεση της μοναχής δεν ήταν αρκετή για να τους δημιουργήσει ασφαλή δικανική πεποίθηση περί της ενοχής του. «Λυπούμαστε πολύ που δεν μπορούμε να πούμε αθώος απολύτως. Λυπούμαστε πολύ για όλη την δοκιμασία που περάσατε όλα αυτά τα χρόνια. Σας αποδίδουμε λευκό στην κοινωνία. Να προσέχετε. Πιστεύουμε ότι θα πάτε καλά» ήταν τα λόγια της προέδρου της έδρας κ. Ελένης Φραγκάκη προς τον 48χρονο, ο οποίος ξέσπασε σε λυγμούς ενώ συγγενείς και συγχωριανοί έκλαιγαν και χειροκροτούσαν μαζί. Ο ηλικιωμένος πατέρας του 48χρονου δεν άντεξε και κατέρρευσε από την συγκίνηση.

Την απαλλαγή του 48χρονου είχε προτείνει νωρίτερα και η εισαγγελέας έδρας, κ. Χαρ. Νταϊρούση,  η οποία μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην στάση της μοναχής στο ακροατήριο. «Μου έκανε εντύπωση που δεν έλεγε: «Σε είδα να φεύγεις» αλλά είπε: «Είδα τον δράστη από το πλάι να φεύγει». Αναφέρθηκε ακόμα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε πιάσει κουβέντα με τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού από τον οποίο αγόρασε την λαμπάδα, δηλώνοντας το όνομα του και το χωριό του. «Κάποιος που σχεδιάζει να κλέψει, δεν ανακοινώνει τα στοιχεία του» είπε η εισαγγελέας ενώ εστίασε και στην κατάθεση πρώην αστυνομικού, ο οποίος είχε χειριστεί την υπόθεση. Όπως είπε, ο μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθηση ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε εμπλοκή, στρέφοντας τις υποψίες σε βοσκό της περιοχής. Τέλος η εισαγγελέας επισήμανε ότι δεν τηρήθηκε νομότυπα η διαδικασία της αναγνώρισης του υπόπτου από την πλευρά της Αστυνομίας.

Πολλά άτομα αναφέρθηκαν στην διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για το ποιος μπορεί να πήρε την εικόνα, από παλιό «γνώριμο» των διωκτικών αρχών, το όνομα του οποίου ανέκυψε στην διάρκεια εξομολόγησης σε ηγούμενο, μέχρι συγκεκριμένο κτηνοτρόφο λόγω ενός σημαντικού ευρήματος που βρέθηκε κοντά στην μάντρα του.