
Της Ευαγγελίας Καρεκλάκη
Η υπόθεση παιδεραστίας με πρωταγωνιστή τον 51χρονο εκπαιδευτικό και προπονητή μπάσκετ Νίκο Σειραγάκη επανέρχεται στο προσκήνιο ενόψει της δίκης σε δεύτερο βαθμό την Παρασκευή. Πρόκειται για την μεγαλύτερη υπόθεση κακοποίησης ανηλίκων στην Ελλάδα που συντάραξε την κοινωνία του Ρεθύμνου, προκαλώντας πανελλήνιο αλλά και παγκόσμιο σάλο.
Σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Πειραιά καταδίκασε τον 51χρονο προπονητή σε ποινή κάθειρξης 220 ετών κατά συγχώνευση (εκτιτέα τα 25 έτη).
Το δικαστήριο τον έκρινε ένοχο για 33 περιπτώσεις κατάχρησης ανηλίκων σε ασέλγεια και για τρεις απόπειρες ενώ τον απάλλαξε για 17 περιπτώσεις ανηλίκων. Σύμφωνα με πληροφορίες πρόκειται για ανήλικους που δεν κατέθεσαν.
Αξιοσημείωτο είναι ότι οι τρεις τακτικοί δικαστές τάχθηκαν υπέρ της αναγνώρισης του ελαφρυντικού του προτέρου εντίμου βίου, όμως υπερίσχυσε η άποψη των τεσσάρων ενόρκων και έτσι απορρίφθηκε.
Ομόφωνα απορρίφθηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού που ζήτησε η υπεράσπιση.
Κατά την πολύωρη απολογία του, ο 51χρονος προπονητής επιχείρησε για μία ακόμα φορά να πείσει το δικαστήριο ότι η σωματική επαφή που είχε με τα παιδιά δεν είχε σεξουαλικό χαρακτήρα και ότι ουδέποτε άντλησε ηδονή από αυτές τις συνευρέσεις. Ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν ένιωσε έλξη για τα εφηβικά κορμιά, ότι ποτέ δεν άσκησε βία και δεν εξανάγκασε κάποιον ανήλικο για τη σωματική τους επαφή. Παραδέχτηκε ότι στο πλαίσιο που περιέγραψε είχε σωματική επαφή με 32 ανήλικους και όχι με 53, όπως αναφέρεται στο κατηγορητήριο.
Εμμένοντας στους ισχυρισμούς που εξ αρχής είχε προβάλει ενώπιον της ανακρίτριας Ρεθύμνου, επανέλαβε ότι η κατάσταση αυτή ήταν «κοινό μυστικό» στους κύκλους των εφήβων στο Ρέθυμνο, ότι επρόκειτο για έναν «ακραίο κώδικα» στον οποίο συμμετείχε αν και ενήλικας, περισσότερο ως έκφραση πρόκλησης και αμφισβήτησης της κατεστημένης ηθικής τάξης. Παραδέχτηκε ωστόσο ότι η συμμετοχή του αυτή ήταν ασύμβατη με την ηλικία του και τη θέση του.
Η υπόθεση που αποκαλύφθηκε τον Δεκέμβριο του 2011 μετά από πολύμηνη αστυνομική έρευνα, αφορά δεκάδες εφήβους του Ρεθύμνου, τους οποίους ο προπονητής φέρεται να εκμεταλλεύτηκε σεξουαλικά λόγω της ιδιότητας του και της απεριόριστης εμπιστοσύνης που έτρεφαν προς το πρόσωπο του οι ανήλικοι.
Το απόγευμα της 1ης Δεκεμβρίου του 2011 αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο σπίτι του γνωστού προπονητή, γνωρίζοντας ότι εν απουσία της συζύγου και των παιδιών του, βρισκόταν μέσα με δύο 13χρονα αγόρια.
Οι συνταρακτικές αποκαλύψεις προκαλούν “σεισμό” στο Ρέθυμνο και στο πανελλήνιο. Η υπόθεση χαρακτηρίζεται πρωτοφανής για τα ελληνικά δεδομένα. Ο 47χρονος τότε κατηγορούμενος αρνείται τα όσα του αποδίδονται, προφυλακίζεται και οδηγείται στις φυλακές Τρίπολης. Σύμφωνα με την Αστυνομία, είχε δημιουργήσει ένα τελετουργικό με διάφορα στάδια, τα οποία οι «μαθητές» του έπρεπε να περάσουν για να φθάσουν στην επιτυχία.
«Ήταν για εκείνα ο άνθρωπος πρότυπο! Παρουσίαζε τον εαυτό του ως αυθεντία. Τα παρότρυνε να ξεφύγουν από τα καθιερωμένα όπως έλεγε. Να μην φοβούνται. Τους ζητούσε νʼ αποβάλουν πλήρως το φόβο και την ντροπή.
Να κατακτήσουν την αντροσύνη μέσα από συγκεκριμένες δοκιμασίες. Τους είχε κάνει πλύση εγκεφάλου. Τα είχε καταστήσει υποχείρια του και ήλεγχε απόλυτα την ψυχή, το μυαλό και το σώμα τους» περιέγραψε συγκλονισμένος αξιωματικός του Ρεθύμνου.
Σχεδόν ένα χρόνο παρακολουθούσαν τον Σειραγάκη αστυνομικοί της Ασφάλειας Ρεθύμνου. Όλα ξεκίνησαν μετά από κάποιες καταγγελίες γονέων, οι οποίες όμως ήταν κάπως ασαφείς. Οι καταγγελίες δεν μιλούσαν επακριβώς για σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών αλλά για περίεργη συμπεριφορά του προπονητή σε βάρος των ανήλικων, γεγονός που τους είχε ανησυχήσει και τους ανάγκασε εν καιρώ να τα …αποτραβήξουν από τα χέρια του με κάποιο πρόσχημα.
Ο γνωστός προπονητής έπαιρνε ιδιαίτερες προφυλάξεις γεγονός που δυσκόλευε τρομερά τις έρευνες τους ώστε να τον συλλάβουν επʼ αυτοφώρω. Μέσα στη νύχτα, τη μία τους …οδηγούσε στις ερημιές και στα βουνά μέσα από δύσβατα μονοπάτια, την άλλη σε κακοτράχαλες παραλίες και την τρίτη τους «κλείδωνε» έξω από τις κλειστές πόρτες διαμερισμάτων. Σε πολλές περιπτώσεις η προσέγγιση των χώρων από τους αστυνομικούς ήταν παντελώς αδύνατη αφού θα γινόταν αντιληπτή ακόμα και η …ανάσα τους. Υπήρξαν μάλιστα φορές που οι αστυνομικοί της ομάδας κρατούσαν με «τα χίλια ζόρια» την ψυχραιμία τους και κρατούσαν αποστάσεις, φοβούμενοι ότι μία λάθος κίνηση θα τους γύριζε μπούμερανγκ. Χρειάστηκε κάποιες φορές να «μαζέψουν» με πειστικό τρόπο «διαρροές» και να δείξουν ότι όλα ήταν φυσιολογικά για να μην αποκαλυφθούν σε μία μικρή κοινωνία όπως αυτή του Ρεθύμνου. Υπήρξαν πιέσεις για να τελειώνουν την υπόθεση και μάλιστα αμφισβητήθηκαν-όπως αναφέρεται-όμως απέφυγαν τις βιαστικές κινήσεις, ζυγίζοντας ότι το υλικό που είχαν στην διάθεση τους, δεν επαρκούσε για να στοιχειοθετήσουν την κατηγορία.

