Του Τίτου Ιω. Αθανασιάδη

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 οι διεθνείς οικονομικοί θεσμοί και επιχειρηματικοί όμιλοι με διεθνή κύκλο εργασιών, έδειχναν εντυπωσιασμένοι από τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και μιλούσαν για ένα οικονομικό θαύμα που έβαινε παράλληλα προς το μεγάλο γερμανικό οικονομικό θαύμα της ίδιας εποχής.

Το 1961-1962, η Ελλάδα, η οποία το 1949-1950 είχε βγει καθημαγμένη από ένα υπερτριετή εμφύλιο πόλεμο και μια προηγηθείσα τετραετή ξενική (γερμανική, ιταλική και βουλγαρική κατοχή), πρόβαλε, σε διάστημα λίγων μόλις ετών, ως η δεύτερη χώρα στην Ευρώπη, ως προς τον ρυθμό ανάπτυξης του συνολικού ΑΕΠ, υστερώντας μόνο κατά μία μονάδα του ρυθμού ανάπτυξης του γερμανικού συνολικού ΑΕΠ. Και υπολειπόμενη κατά 0.8 της μονάδας του γερμανικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ και κατά 0.1 της μονάδας του αντίστοιχου κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Αυστρίας και της Ιταλίας προηγούμενη όμως αυτών ως προς το συνολικό ΑΕΠ, κατά 0.7 της Αυστρίας και 0.2 της Ιταλίας. (βλέπε πίνακα).

Αν η ελληνική οικονομία συνέχιζε την φρενήρη κούρσα της, στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα θα είμαστε μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Συνέβη όμως το αντίθετο και ήδη βρισκόμαστε στο χείλος της αβύσσου. Η άνοδος και η πτώση της οικονομίας μας είναι προφανής από τους αριθμούς ανόδου και καθόδου του ΑΕΠ που καταγράφουμε ενδεικτικά για την περίοδο 1950-2015.

Τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα σε Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν σημειώθηκαν το 1953 με την αύξησή του κατά 13.1%, το 1955 (6.8%), το 1956 (8.7%), το 1957 (6.0%) και το 1961 (11.3%). Η αυξητική τάση του ΑΕΠ συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, με εντυπωσιακότερα ποσοστά το 1963 (10.1%), το 1964 (7.5%) και το 1965 (9.3%).

Κατά τη μεταπολίτευση, η ανοδική τάση του ΑΕΠ συνεχίστηκε, αλλά σε χαμηλότερους ρυθμούς, με πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα το 1975 (5.1%), το 1976 (6.1%), το 1978 (6.4%) και το 1988 (5.1%).

Απογοητευτικά ήταν τα αποτελέσματα του 1981 (0.2%), του 1982 (0.6%), του 1983 (0.4%), του 1987 (-0.7%), και κατά τον 21ο αιώνα, του 2009 (0.2%), του 2010 (-4.9%), του 2011 (-7.1%), του 2012 (-6%), του 2013 (-4.2%) και του 2014 (0.6%).

Οι λόγοι της ανόδου

Η μεταπολεμική ανοδική πορεία της Οικονομίας μας οφείλεται αρχικά στα ποσά του Σχεδίου Μάρσαλ, τα οποία ήταν για την Ελλάδα τα μεγαλύτερα που έλαβε ευρωπαϊκή χώρα, σε αναλογία πληθυσμού, αν και μέρος αυτών διατέθηκε για την αντιμετώπιση αναγκών του εμφυλίου, παρότι γιαυτό προέβλεπε το Δόγμα Τρούμαν.

Στην μεταπολεμική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας συνέβαλε τα μέγιστα και η μεγάλη αύξηση των δημοσίων και κυρίως των ιδιωτικών επενδύσεων. Οι πρώτες έφθασαν το 6.9% ως προς το ΑΕΠ και οι δεύτερες το 9.5%, μεταξύ 1950-1970.

Είναι η περίοδος κατά την οποία ολόκληρη η Ελλάδα έχει μετατραπεί σε εργοτάξιο με την κατασκευή μεγάλων έργων υποδομής, υδροηλεκτρικών, ατμοηλεκτρικών και θερμικών μονάδων, όπως του Ταυρωπού, του Εδεσσαίου, του Λούρου, της Πτολεμαΐδας, του Λάδωνος, του Αλιβερίου, των Κρεμαστών, της Μεγαλόπολης κλπ, με ελληνικά και ξένα κεφάλαια.

Την περίοδο εκείνη κατασκευάστηκαν τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, η Χαλυβουργική της Ελευσίνας, το συγκρότημα ΕΣΣΟ-Πάππας της Θεσσαλονίκης, η HellenicΚ Steel, η ΒΙΑΜΑΞ, η βιομηχανία Αλουμινίου (5η κατά σειρά μονάδα του κόσμου), η βιομηχανία Δομικών Υλικών Χαλκίδας, οι βιομηχανίες Σακχάρεως Λάρισας και Σερρών, η βιομηχανία Αζωτούχων Λιπασμάτων Πτολεμαΐδας και Φωσφορικών Λιπασμάτων Νέας Καρβάλης, η Τσιμεντοβιομηχανία “Όλυμπος” Βόλου κ.α. Ενώ σε δεύτερη φάση κατασκευάστηκαν τα Διυλιστήρια “Μότορ – Οιλ” και “Πετρόλ”.

Με ξένα κεφάλαια ιδρύθηκαν, εξάλλου, το Εργοστάσιο Ελαστικών Pirelli, η βιομηχανία παραγωγής ετοίμων ενδυμάτων Baum, η βιομηχανία Dexion, το εργοστάσιο της Ολλανδικής Εταιρείας “Φίλιπς” για την παραγωγή συσκευών τηλεπικοινωνιακού υλικού, ραδιοφώνων, δίσκων γραμμοφώνου και ηλεκτροφωτισμού, για να αναφερθούν μερικές μόνο από τις ξένες επενδύσεις.

Ο βιομηχανικός αυτός οργασμός συνεχίστηκε και στη δεκαετία του 1970, με συνέπεια να αυξηθεί η συμμετοχή του δευτερογενούς τομέα της παραγωγής στη δημιουργία του Ακαθαρίστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) από 18% το 1950, σε 38% (περίπου) το 1980, με αντίστοιχη περίπου μείωση της συμμετοχής του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής.

Άλλος λόγος ανάπτυξης κατά την πρώτη εικοσαετία μετά τον εμφύλιο ήταν η αύξηση των λεγομένων άδηλων πόρων, των εσόδων δηλαδή που προέρχονταν από τα εμβάσματα των ναυτικών μας από το εξωτερικό και των απανταχού της γης μεταναστών μας, κυρίως αυτών που εργάζονταν στην Αυστραλία, τον Καναδά, τη Γερμανία και το Βέλγιο.

Νομισματική σταθερότητα

Η νομισματική σταθερότητα της περιόδου 1953-1980, η οποία οφείλεται στην αναπροσαρμογή (υποτίμηση) της δραχμής έναντι του δολαρίου κατά 50%, τον Απρίλιο του 1953, απετέλεσε κορυφαίο στοιχείο για την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας.

Η σταθερότητα αυτή, που συνέβαλε τα μέγιστα στην ανάπτυξη των συναλλαγών και στην αποδοχή της δραχμής στις διεθνείς χρηματαγορές, σε συνδυασμό με άλλα μέτρα του 1953 (απελευθέρωση εισαγωγών, κόψιμο των τριών μηδενικών κλπ.), έδωσε ώθηση στο εμπόριο και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα. Ακολουθήθηκε όμως, δυστυχώς, μετά το 1980, από συνεχείς διολισθήσεις του εθνικού μας νομίσματος, το οποίο, μέχρι την ένταξή μας στο ευρώ, είχε εμπλακεί σ΄ένα φαύλο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων και υποτιμήσεων.

Εάν μάλιστα στην παρούσα φάση εγκαταλείπαμε το ευρώ και επιστρέφαμε στη δραχμή, μας ανέμενε ένα πολύ χειρότερο φαινόμενο πληθωριστικών πιέσεων και υποτιμήσεων, με την ακρίβεια και την σπάνι των αγαθών να ταλανίζει κυρίως τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις και την ανεργία και την αποεπένδυση να παραλύουν την οικονομία μας.

Σημαντικός λόγος για τη γρήγορη ανάπτυξη της χώρας ήταν η μετά τη σύνδεσή μας με την ΕΟΚ (1962) εισροή από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα μεγάλης οικονομικής βοήθειας για την εκτέλεση έργων υποδομής και την προσαρμογή της εθνικής οικονομίας μας στα δεδομένα της ευρωπαϊκής. Η βοήθεια αυτή ενισχύθηκε μετά την ένταξή μας στην ΕΕ το 1981, παίρνοντας μεγάλες διαστάσεις σε έργα υποδομής, προγράμματα προσαρμογής της παραγωγής μας, επιχορηγήσεις ιδιωτικών επενδύσεων και επιδόματα εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού μας.

Μικτή οικονομία

Κύριο χαρακτηριστικό της μεταπολεμικής οικονομίας μας ήταν η υιοθέτηση ενός μικτού μοντέλου (ούτε καπιταλιστικού, ούτε σοσιαλιστικού) με ισχυρή την παρέμβαση του κράτους στο οικονομικό γίγνεσθαι, ιδίως στους τομείς της Κοινής Ωφέλειας, αλλά και εκείνους που το ιδιωτικό κεφάλαιο είναι απρόθυμο να αναλάβει, λόγω των πολλών ρίσκων που τους συνοδεύουν, όπως επίσης και στους τομείς (ηλεκτρισμός, ύδρευση, επικοινωνίες κλπ.) που λόγοι εθνικής ασφάλειας επιβάλλουν την άμεση εποπτεία και τον έλεγχό τους από το Δημόσιο.

Με το μοντέλο της μικτής οικονομίας η Ελλάδα γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη. Το 1962 όμως με τη σύνδεσή μας με την ΕΟΚ (Ευρωπαϊκή Αγορά κατ΄ εξοχήν νεοφιλελεύθερων χωρών), οφείλαμε βάσει της Συμφωνίας του 1961 που υπογράφηκε στην Αθήνα, να προσαρμοστούμε στα οικονομικά δεδομένα της, σε διάστημα 22 ετών.

Αυτό εσήμαινε, ότι μέχρι το 1984 η Ελλάδα όφειλε να πραγματοποιήσει μεγάλης έκτασης δομικές μεταρρυθμίσεις στο δημόσιο, στον τραπεζικό τομέα, το κοινωνικοασφαλιστικό της σύστημα, την αγορά εργασίας, τις μεταφορές, την εκπαίδευση, το φορολογικό και δασμολογικό της σύστημα κλπ. Και βέβαια όφειλε να καταστήσει τη βιομηχανία της ανταγωνιστική προς την ευρωπαϊκή, δεδομένου ότι μετά 22 έτη θα έπαυαν να ισχύουν οι προστατευτικοί για τα ελληνικά βιομηχανικά προϊόντα δασμοί.

Το “πάγωμα”

Η πορεία όμως εκσυγχρονισμού της οικονομίας μας και προσαρμογής της στην ευρωπαϊκή οικονομία ανεστάλη για επτά χρόνια, λόγω της επιβολής της δικτατορίας στην Ελλάδα (1967-1974), δεδομένου ότι απαράβατος όρος για τη συμμετοχή μιάς ευρωπαϊκής χώρας στην Κοινότητα (ΕΕ σήμερα) είναι η δημοκρατική διακυβέρνησή της.

“Πάγωμα” της Συμφωνίας Σύνδεσης εσήμαινε διακοπή της ροής της ευρωπαϊκής βοήθειας για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι, όταν έπεσε η διδακτορία και ανέλαβε ο Κ. Καραμανλής τη διακυβέρνηση της χώρας, ξανάρχισε μεν η εφαρμογή της Συμφωνίας Σύνδεσης, τα βήματα όμως προσαρμογής της ελληνικής οικονομίας που είχαν γίνει δεν ανταποκρίνονταν προς αυτά που η εν λόγω Συμφωνία προέβλεπε για το διάστημα 1962-1974.

Επί πλέον, τώρα, το 1974, ο Καραμανλής έβλεπε διαφορετικά την ΕΟΚ από ό,τι μέχρι τότε. Στο εξής, τη θεωρούσε “σανίδα σωτηρίας” για τον ελληνικό λαό, προκειμένου να αντιμετωπισθούν επιτυχώς τόσο η εναντίον του απειλή της Τουρκίας, που διεκδικούσε το μισό Αιγαίο μετά την εισβολή της στην Κύπρο, όσο και η απειλή της χούντας η οποία είχε μεν καταρρεύσει, αλλά συνωμοτούσε για να επανέλθει στην εξουσία, όπως απέδειξε η απόπειρα πραξικοπήματος που κατεστάλη τον Φεβρουάριο του 1976, εν τη γενέσει της.

Βάζοντας την Ελλάδα στην τότε ΕΟΚ, ο Κ. Καραμανλής γνώριζε ότι η Τουρκία, που έτρεφε ανάλογη φιλοδοξία, όφειλε να εγκαταλείψει την επιθετικότητά της κατά της χώρας μας, εάν επιθυμούσε να καταστεί και αυτή μέλος της ευρωπαϊκής κοινότητας.

Ακόμα, ο Καραμανλής αντιλαμβανόταν ότι στο μέλλον ουδείς πολιτικός, όσο ευρωσκεπτικιστής ή έντονα αντιευρωπαϊστής και αν ήταν, δεν θα τολμούσε να βγάλει την Ελλάδα από την ΕΟΚ, διότι το κόστος για τον Ελληνικό λαό θα ήταν τεράστιο, αφού θα του στερούσε τη μεγάλη οικονομική βοήθεια που είχε προβλεφθεί γιαυτόν μέσω των ποικίλων κοινοτικών προγραμμάτων ανάπτυξης, χρηματοδότησης έργων υποδομής, επιδομάτων προσαρμογής, κοινωνικής στήριξης κλπ.

Άλλη “συνταγή”

Όλα αυτά σημαίνουν ότι η επιχείρηση ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ, ως ισότιμου μέλους της, με τη Συνθήκη του 1979, που θα ίσχυε από το 1981, ανελήφθη εν γνώσει του ότι δεν είχαν γίνει τα απαραίτητα προκαταρκτικά βήματα που προέβλεπε η Συμφωνία Σύνδεσης του 1961. Που σημαίνει, ότι η ελληνική οικονομία δεν ήταν έτοιμη το 1981 να βρεθεί στους κόλπους της ευρωπαϊκής, ως ισότιμης με αυτήν.

Οι κίνδυνοι όμως που αντιμετώπιζε η Ελλάδα, από την Τουρκία και την καραδοκούσα χούντα ήταν άμεσοι και ο Καραμανλής έπεισε τους ευρωπαίους να κάνουν δεκτή την ελληνική αίτηση, βέβαιος ότι ο Ελληνικός λαός που έχει το χάρισμα της προσαρμοστικότητας θα μπορούσε να κολυμπήσει στα “βαθειά νερά”, που όπως είπε τότε ο ίδιος, τον έριχνε.

Για να επιπλεύσουν όμως ο Ελληνικός λαός και η οικονομία του ήταν αναγκαίο να επισπευσθεί η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που έπρεπε να είχαν γίνει από το 1967 και δεν έγιναν λόγω δικτατορίας, ενώ και μετά από αυτήν, την πρώτη εποχή της μεταπολίτευσης (1974-1980) ακολουθήθηκε πολιτική που στον οικονομικό τομέα ερχόταν σε απόλυτη διάσταση με τις ευρωπαϊκές “συνταγές”, με κυριότερο φαινόμενο αυτό της κρατικοποίησης μεγάλου μέρους της ιδιωτικής οικονομίας και της μη ιδιωτικοποίησης του κρατικού τομέα.

Οι κρατικοποιήσεις, μάλιστα, προσέλαβαν τέτοια έκταση, ώστε ο Καραμανλής να κατηγορηθεί από τους οπαδούς του νεοφιλελευθερισμού για “σοσιαλμανία”.

Αναφέρονται ως χαρακτηριστικά παραδείγματα η κρατικοποίηση της “Ολυμπιακής Αεροπορίας”, των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, των Διυλιστηρίων του Ασπροπύργου και του Επιχειρηματικού Ομίλου του Στρατή Ανδρεάδη τον οποίο αποτελούσαν οι Τράπεζες Εμπορική, Ιονική και Λαϊκή, η Τράπεζα Επενδύσεων, η Πειραιώς και η Αττικής, όπως επίσης η Βιομηχανία Φωσφορικών Λιπασμάτων, η Εταιρεία Σάκκων και Πλαστικών, η Εταιρεία Γενικών Επιχειρήσεων, η Βιομηχανία Χυμών και Κονσερβών και τα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

Οι επενδύσεις

Είναι προφανές ότι οι κρατικοποιήσεις επηρέασαν δυσμενώς τις ιδιωτικές επενδύσεις, που από το 1977 άρχισαν να παρουσιάζουν μείωση, η οποία έγινε πολύ μεγαλύτερη μετά την άνοδο στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ διότι το κόμμα αυτό αυτοδιαφημιζόταν ως σοσιαλιστικό. Συγκεκριμένα από 10.8% κατά την περίοδο 1959-1979 οι ιδιωτικές επενδύσεις έπεσαν στο 0.80% μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1980. Για να πέσουν ακόμη πιο χαμηλά το 1991 (-10.4%) και να συνεχίσουν στο -2.5% την επόμενη διετία.

Ενώ και οι δημόσιες επενδύσεις από 10.5% το 1959-1974 κατρακύλισαν κάτω από το μηδέν, στο -6.2%, μέχρι το 1990.

Οι κρατικοποιήσεις δεν ερχόταν σε αντίθεση μόνο με το φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο που εφάρμοζε η ΕΟΚ, αλλά αύξαναν σε μεγάλο βαθμό και τις δημόσιες δαπάνες, καθώς οι εργαζόμενοι στις κρατικοποιούμενες επιχειρήσεις προστίθενταν στους εργαζόμενους του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ο αριθμός των οποίων από 300.000 περίπου το 1974, έφθασε τους 470.000 το 1989, για να εκτιναχτεί στο ένα εκατομμύριο, κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, στα πλαίσια της μετατροπής τους σε “ιδρύματα” αποκατάστασης των “ημετέρων” των κυβερνητικών κομμάτων.

Έτσι, όμως, το ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού που προοριζόταν για μισθούς και συντάξεις έφθασε στο 55% των γενικών εξόδων, ενώ στην Ευρώπη το ανάλογο ποσοστό είναι γύρω στο 36%.

Με τους διορισμούς, βέβαια, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα αντιμετωπιζόταν το αυξανόμενο κύμα της ανεργίας που έφθασε στις ημέρες μας το 25.5%. Από το εργατικό δυναμικό της χώρας, δηλαδή ο ένας στους τέσσερις είναι άνεργος.

Ο εξωτερικός δανεισμός

Δεδομένου ότι οι κρατικοποιήσεις συνεχίστηκαν και από τον Α. Παπανδρέου, ενώ παράλληλα ασκήθηκε από τον ίδιο, ορθά, μεγάλου βάθους και έκτασης κοινωνική πολιτική για την άμβλυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων και την ενίσχυση των ασθενέστερων λαϊκών στρωμάτων, υπήρξε ανάγκη εξεύρεσης πόρων, οπότε αποφασίστηκε η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό, που από το 23% ως προς το ΑΕΠ, το 1980, εκτινάχθηκε στο 71.5% το 1989. Προβλήματα ωστόσο στην οικονομία μας, από τον εξωτερικό δανεισμό, δημιουργήθηκαν αργότερα. Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1990 όταν ο εξωτερικός δανεισμός άρχισε να καλπάζει, πάνω από το 100% με 100.2% το 1996, 104.3% το 2000, 107.5% το 2006, 112.8% το 2008, 130% το 2009, 148% το 2010, 176.5% το 2012, 188.5% το 2013 και 189% το 2014. Φοβερό αρνητικό ρεκόρ για μια χώρα με χαμηλή παραγωγικότητα. Διότι χώρες με πολύ μεγαλύτερο εξωτερικό χρέος από το δικό μας, όπως οι ΗΠΑ και η Ιταλία δεν αντιμετωπίζουν τα προβλήματά μας επειδή η οικονομία τους έχει υψηλή παραγωγικότητα.

Ακολουθώντας όμως την πορεία αυτή η οικονομία μας δεν εκσυγχρονίστηκε και η βιομηχανία μας, που υπήρξε το μεγάλο θύμα της καθυστέρησης αυτής, κηρύχτηκε, κατά σημαντικό μέρος της, προβληματική, με όλες τις εξ αυτού συνέπειες να βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, να δυσχεραίνουν την εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσαρμογή της και τελικά να οδηγούν στη δραματική μείωση της παραγωγικότητας του πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα.

Μη πραγματικά στοιχεία

Κατά την άποψη ορισμένων, διεπράχθη και άλλο λάθος. Η κυβέρνηση Σημίτη, στη διάρκεια μιας τεχνητής ατμόσφαιρας ευημερίας, την οποία ενέτεινε το φούσκωμα του Χρηματιστηρίου, θέλοντας να προλάβει το τρένο της Ευρωζώνης στον σταθμό αναχώρησής του, επιβίβασε τη χώρα μας σ΄ αυτό, παρουσιάζοντας το έλλειμμα του προϋπολογισμού, κατά την τριετία 1997-1999, από 2% έως 4.3% μικρότερο του πραγματικού, όπως έχουν υπαινιχθεί ευρωπαίοι αξιωματούχοι, χωρίς να δώσουν νούμερα και έχει γραφτεί στον Τύπο χωρίς να διαψευστεί. Κατά τη γνώμη μας πρόκειται για συγχωρητέο λάθος, γιατί και άλλες χώρες έχουν προβεί σε τέτοιου είδους αλλοιώσεις.

Υποστηρίζεται, έτσι, ότι το 1997 παρουσιάσαμε έλλειμμα 3.8%, ενώ το πραγματικό ήταν 5.7%. Το 1998 δηλώσαμε 2.5% έναντι 3.6% του πραγματικού. Και το 1999 παρουσιάσαμε ποσοστό ελλείμματος 1.8%, ενώ το πραγματικό διαμορφώθηκε στο 3.1%.

Να, λοιπόν, γιατί σήμερα η τρόικα επιμένει να έχει άμεση πρόσβαση στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και όχι μόνο. Αυτό άλλωστε αποτελεί πάγια τακτική του ΔΝΤ και εφαρμόστηκε παλαιότερα (το 1898) και σε μας από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (ΔΟΕ), επτά αντιπρόσωποι του οποίου όχι μόνο είχαν πρόσβαση στο τότε Υπουργείο Οικονομικών, αλλά αποφάσιζαν ακόμη και πόσοι υπάλληλοι θα απολυθούν και πόσοι θα διοριστούν, ενώ είχαν υπό τον άμεσο έλεγχό τους τα Τελωνεία Πειραιώς, Πατρών, Σύρου και Βόλου και τα κρατικά μονοπώλια των πυρείων, του άλατος, του οινοπνεύματος, του πετρελαίου κλπ, εισπράττοντας τα έσοδά τους για λογαριασμό των δανειστών μας.

Τα νέα ελλείμματα

Ας επανέλθουμε όμως στην εποχή μας. Εάν το 2000 παρουσιάζαμε τα πραγματικά στοιχεία του ελλείμματος δεν θα είχαμε εισέλθει στην Ευρωζώνη κατά την εκκίνησή της και ίσως να μην είχαμε γίνει ακόμη μέλη της, διότι μετά το 2000 το έλλειμμα του προϋπολογισμού αυξανόταν συνεχώς, για να φθάσει το 2008 στο 9.8% και να σημειωθεί ρεκόρ δεκαετίας το 2009 με 15.5% και το 2010 με 10.6% (μετά το 2012 μειώθηκε αισθητά και το 2014 έπεσε στο 4.5%).

Πρέπει να σημειωθεί ότι προσπάθειες εκσυγχρονισμού της οικονομίας μας και προσαρμογής της στα ευρωπαϊκά δεδομένα, έγιναν τόσο από τον Κων. Μητσοτάκη, όσο και από τον Κ. Σημίτη. Και στις δύο περιπτώσεις όμως η αντίδραση των συνδικάτων στις ιδιωτικοποιήσεις του 1992-93 και στη μεταρρύθμιση του κοινωνικοασφαλιστικού συστήματος (πρόταση Γιαννίτση - Σπράου) το 2000-2001, ακύρωσε τις σχετικές προσπάθειες, με συνέπεια να υφιστάμεθα σήμερα τις επιπτώσεις της αρνητικότητας αυτής.

Στις ΄΄στραβοτιμονιές΄΄ που έγιναν στα τέλη του 20ου και τις αρχές του 21ου αιώνα πρέπει να περιληφθεί και το πολύ υψηλό, δυσβάσταχτο για τα ελληνικά δεδομένα, κόστος των Ολυμπιακών Αγώνων, που έχουν καταντήσει πολυεθνική “μπίζνες”, σε συνδυασμό με την μη αξιοποίηση των περισσοτέρων από τα κατασκευασθέντα τότε έργα.

Στα μείον καταγράφεται και η εκ μέρους του Γ. Παπανδρέου προσφυγή στο ΔΝΤ για την αντιμετώπιση της κρίσης, ενώ μπορούσε να χρησιμοποιήσει άλλη μέθοδο.

Το δύσκολο μέλλον

Τα συμπεράσματα από όσα αναφέρθηκαν, ως προς τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης που αντιμετωπίζουμε, αφήνονται στον αναγνώστη, ο οποίος νομίζουμε ότι έχει μπροστά του το πλαίσιο της κατάληξης της χώρας μας στα σημερινά αδιέξοδα, λόγω των οποίων θα απαιτηθεί η καταβολή σοβαρών θυσιών και από τις μελλοντικές γενιές για την προσαρμογή της οικονομίας μας στα ευρωπαϊκά δεδομένα, πράγμα που αποτελεί και τη μόνη οδό για την εξασφάλιση από τον ελληνικό λαό πραγματικής ευημερίας.

Αλλά για να πορευτούμε με προοπτικές προς το μέλλον δεν αρκούν μόνο οι θυσίες του λαού. Χρειάζεται και ο πολιτικός κόσμος να συνειδητοποιήσει ότι οφείλει να αλλάξει πολλά που τον αφορούν και έχουν σχέση με αυτό που αποκαλείται πελατειακό κράτος, θεμέλιο του οποίου είναι το ρουσφέτι. Όπως επίσης οφείλει στραφεί σοβαρά κατά της διαφθοράς και της μάστιγας της φοροδιαφυγής.