
ΣΣε κατάσταση αφανισμού ο κατασκευαστικός κλάδος στο Ηράκλειο και βαδίζει από το κακό στο χειρότερο, καθώς τα επίσημα στοιχεία του πρώτου οκταμήνου της Πολεοδομίας αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο ότι η οικοδομική δραστηριότητα τρέχει σε κατήφορο χωρίς φρένο. Τέσσερις μήνες πριν κλείσει η χρονιά, και η έκδοση νέων οικοδομικών αδειών που έχουν προχωρήσει με τη “βούλα” της Πολεοδομίας από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα, φτάνουν μόλις τις 131, την ίδια ώρα που ο αντίστοιχος αριθμός την προηγούμενη χρονιά έφτασε τις 230. Και εάν επιχειρήσουμε να ανατρέξουμε ακόμα παλαιότερα, στο 2013, η ψαλίδα ανοίγει ακόμα περισσότερο, καθώς οι εκδοθείσες άδειες έφταναν τις 313 ενώ το 2012 αριθμούσαν 388.
Σύμφωνα πάντα με τα στοιχεία της Πολεοδομίας, μέσα στο πρώτο οκτάμηνο της φετινής χρονιάς, καταγράφηκαν 47 νομιμοποιήσεις κτισμάτων, 30 προσθήκες, 22 αλλαγές χρήσης, 46 αποκαταστάσεις και ενισχύσεις κτισμάτων και 21 κατεδαφίσεις. Τα παραπάνω νούμερα αποτυπώνουν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το γεγονός ότι το “πλειοψηφικό πακέτο” της δραστηριότητας της Πολεοδομίας έχει να κάνει με αναθεωρήσεις παλαιών αδειών, αποκαταστάσεις κτιρίων ή και κατεδαφίσεις, δηλαδή οι νέες κατασκευές είναι ελάχιστες, σε μια περιοχή που παραδοσιακά επί σειρά ετών η οικοδομική δραστηριότητα ήταν κυρίαρχη. Η ανάλυση των στοιχείων της Πολεοδομίας για το πρώτο οκτάμηνο 2015 καταγράφει θεαματική μείωση σε σχέση με τις οικοδομικές άδειες και δεν αφορά μόνο στις νέες κατασκευές κτισμάτων, αλλά και τον όγκο των αδειών. Αυτό στη γλώσσα των τεχνικών σημαίνει ότι ο κόσμος καταθέτει κυρίως φακέλους που αφορούν την αποκατάσταση κτιρίων, τη στατική τους ενίσχυση, ή την κατασκευή μονοκατοικιών ή την αλλαγή χρήσης κάποιων κτιρίων ώστε να μπορούν για παράδειγμα να λειτουργήσουν σαν καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος.
Το “κάθε πέρσι και καλύτερα” επιβεβαιώνεται με τον πιο οδυνηρό τρόπο στη διαδρομή του κατασκευαστικού κλάδου, ο οποίος τις προηγούμενες δεκαετίες έζησε μια τεράστια άνθιση που δημιούργησε τις προυποθέσεις ώστε δεκάδες επαγγέλματα που συνδέονται με την οικοδομική δραστηριότητα να ανοίξουν θέσεις εργασίας και να αφομοιώσουν χιλιάδες εργαζόμενους.
Για να αντιληφθεί κανείς τα μεγέθη για τα οποία μιλάμε, αρκεί να σκεφτεί ότι το ποσοστό αυτό δεν καλύπτει μόνο τον καλλικρατικό Δήμο Ηρακλείου (που συννενώθηκε με το Τέμενος, την Παλιανή και τη Ν. Αλικανρασσό) αλλά και τους πρώην Δήμους Γαζίου, Κρουσώνα, Τυλίσου, Αρχανών, Γουβών, Χερσονήσου και Μαλίων, και συγκριτικά με τον υπόλοιπο νομό, σε περιόδους ευημερίας, κάλυπτε τη μερίδα του λέοντος της οικοδομικής δραστηριότητας.
Επίσης, είναι χαρακτηριστικό ότι σχεδόν δεν υπάρχουν οι αντιπαροχές, αφού όπως είναι προφανές τα «κανόνια» που χτύπησαν εργολάβοι χτίζοντας πολυκατοικίες με σκοπό να πουλήσουν τα διαμερίσματα, τα οποία έμειναν τελικά στα αζήτητα, απέτρεψαν πολύ κόσμο από αυτή τη διαδικασία. Αντίστοιχα προκύπτει ότι ο κόσμος στρέφεται κυρίως στην αποκατάσταση των ιδιοκτησιών του ή στην καλύτερη αξιοποίησή τους με την μετατροπή τους σε καταστήματα που θα μπορούν να αποφέρουν έσοδα.
Το χρονικό
της ανατροπής
Η μεγάλη ανατροπή φαίνεται ότι ξεκινά προ εξαετίας, όταν η οικονομική κρίση ήταν προ των πυλών και όπως προκύπτει από τα στατιστικά στοιχεία της Πολεοδομίας σταδιακά άρχισε να επηρεάζει τον κατασκευαστικό κλάδο. Το 2009 το σύνολο των οικοδομικών αδειών ήταν 1079 (όπως προκύπτει από το άθροισμα των αδειών της πρώην Νομαρχίας (608) και της Πολεοδομίας Ηρακλείου (471). Ο αντίστοιχος αριθμός των οικοδομικών αδειών το 2010 ήταν 1025. Το νούμερο αυτό προκύπτει από 503 άδειες που εξέδωσε ο δήμος Ηρακλείου και 522 η πρώην Νομαρχία. Επίσης το 2011 το σύνολο των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν φτάνει τις 546 και το 2012 φτάνουν μόλις τις 388. Ο αριθμός των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν το 2013 έφτασε μόλις τις 313. Ο κατήφορος συνεχίζεται το 2014 οπότε το σύνολο των οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν φτάνει τις 230!
Σύμφωνα με τον αρμόδιο επί των πολεοδομικών αντιδήμαρχο Γιάννη Αναστασάκη -ο οποίος επιμελήθηκε την επεξεργασία των στοιχείων αυτών- υπάρχει θεαματική αύξηση των αναθεωρήσεων και των τροποποιήσεων των οικοδομικών αδειών, το οποίο σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών επιλέγει να αποκαταστήσει μια παλαιά ιδιοκτησία του και αντιμετωπίζει φοβικά το ενδεχόμενο να ανοιχτεί σε μια νέα κατασκευή. Αυτό αποτυπώνει καταρχήν την αντικειμενική οικονομική αδυναμία των πολιτών να χτίσουν, αλλά και την ανασφάλειά τους να διαχειριστούν το κόστος μιας νέας κατασκευής όχι όμως μόνο λόγω κόστους ανέγερσης αλλά και λόγω φορολογίας.

