Ο Ρούσσος άρχισε τη σόλο καριέρα του με το τραγούδι “We Shall Dance”. Αρχικά χωρίς ανταπόκριση, περιόδευσε στη νότια Ευρώπη και έγινε σύντομα ευρύτερα γνωστός ως κορυφαίος τραγουδιστής. Η σταδιοδρομία του έφτασε στο ζενίθ τη δεκαετία του ʽ70 με πολλούς δίσκους που έγιναν επιτυχίες.

Το “Forever and Ever” ανέβηκε σε πολλά ευρωπαϊκά charts το 1973.

Το 1974 κυκλοφορεί το “White Sails”, μια αγγλική διασκευή του τραγουδιού “ʽΑσπρα, Κόκκινα, Κίτρινα, Μπλε” από τον δίσκο “Συνοικισμός Α΄” του 1972, σηματοδοτώντας μια σύν-



τομη περίοδο συνεργασίας του τραγουδιστή με τον συνθέτη Δήμο Μούτση, ο οποίος θα ακολουθήσει στη συνέχεια ένα μοναχικό μουσικό σταυροδρόμι με έντονες επιρροές από βετεράνους της rock και της folk, όπως ο Eric Clapton, η Joni Mitchell και ο Paul Simon.

Ακολούθησαν τα τραγούδια “My Friend the Wind”, “My Reason”, “Velvet Mornings”, “Goodbye My Love, Goodbye”, “Someday Somewhere” και “Lovely Lady of Arcadia”. Το 1980 είχε επιτυχία με το “Lost in Love” των Air Supply που το τραγούδησε ντουέτο μαζί με την Florence Warner και με τον Dick Morrissey στο σαξόφωνο.

Επανακυκλοφόρησε τα τραγούδια του σε διάφορες γλώσσες και είχε επιτυχία στις χώρες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής. Στην Αμερική το LP Demis έγινε χρυσός δίσκος.

Το 1982 εξέδωσε το βιβλίο «A Question of Weight» (“Είναι θέμα βάρους”), μαζί με την Veronique Skawinska, στο οποίο ασχολήθηκε αμερόληπτα με το θέμα της παχυσαρκίας.

Μετά από μια περίοδο σιωπής τη δεκαετία του ʽ80, επανήλθε το 1993 με το «Insight» (γνωστό και ως Morning has Broken) και συνεργάστηκε

με την ολλανδική εταιρεία BR Music για την παραγωγή των δίσκων «Immortel», «Serenade» και «In Holland», χρησιμοποιώντας ποικίλα εθνικά και ηλεκτρονικά στυλ.

Συνέχισε τις ηχογραφήσεις και τις περιοδείες, ενώ την άνοιξη του 2002 έκανε μια επιτυχημένη περιοδεία στην Αγγλία.

Ο Ντέμης Ρούσσος είχε παρασημοφορηθεί με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής, από τη Γαλλική Δημοκρατία τον Σεπτέμβριο του 2013, σε τελετή που παρατέθηκε στην πρεσβεία της Γαλλίας στην Αθήνα.