Πριν καλά- καλά καθίσουν στο τραπέζι για να συζητήσουν το πώς και πότε θα μειωθεί το ελληνικό Χρέος, το ΔΝΤ και οι Ευρωπαίοι φαίνεται ότι άρχισαν να... ακονίζουν τα ξίφη τους, καθώς οι δύο πλευρές δεν δείχνουν διατεθειμένες να ξεκινήσουν τις κρίσιμες διαπραγματεύσεις από την ίδια αφετηρία, δηλαδή από την παραδοχή ότι με τα σημερινά δεδομένα το ελληνικό Χρέος χρειάζεται παρέμβαση για να «προσγειωθεί» σε βιώσιμα επίπεδα.
Σύμφωνα με το Europolitics, που ειδικεύεται στα ευρωπαϊκά θέματα, η Κομισιόν χαρακτηρίζει «βιώσιμο» το ελληνικό Χρέος, καθώς σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της παρατηρείται τάση μείωσης του. Το ίδιο το έντυπο επισημαίνει, πάντως, ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσέρχεται στις συζητήσεις με τέτοια εκτίμηση, επειδή σε διαφορετική περίπτωση- αν δεν χαρακτηριζόταν δηλαδή το ελληνικό Χρέος βιώσιμο- θα «έδειχνε» προς μια νέα αναδιάρθρωση.
Αυτό, όμως, θα σήμαινε πολύ απλά ότι θα προαναγγελλόταν ουσιαστικά ένα «ψαλίδισμα» των Ευρωπαίων φορολογούμενων λίγο πριν από τις Ευρωεκλογές.
Από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ ρωτήθηκε για τις δηλώσεις που έκανε ο εκπρόσωπος της Κομισιόν για τη βιωσιμότητα του ελληνικού Χρέους και η απάντηση του απλώς ενίσχυσε την εκτίμηση ότι το Ταμείο επιμένει στην αναγκαιότητα γενναίων παρεμβάσεων. Ειδικότερα, ο Τζέρι Ράις υποστήριξε ότι το ελληνικό Χρέος βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα κι ότι τα σχετικά δεδομένα δεν έχουν αλλάξει, διαφωνώντας πρακτικά με τη θέση της Κομισιόν ότι παρατηρείται τάση μείωσής του.
Στην πραγματικότητα, όλα ξεκινάνε από το ότι ενώ το ΔΝΤ επιμένει να «μετράει» την βιωσιμότητα του χρέους με βάση το ύψος του ως ποσοστό του ΑΕΠ στο έτος αναφοράς (το 2020 και 2022), οι Ευρωπαίοι επιμένουν να υποστηρίζουν ότι στα έτη αναφοράς θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα εξυπηρέτησης του μεσομακροπρόθεσμα, προκειμένου το χρέος να χαρακτηρίζεται βιώσιμο.
Αν και η Αθήνα δεν παίρνει επί του παρόντος θέση στην «κόντρα» που υποβόσκει εδώ και καιρό, είναι προφανές ότι λίαν συντόμως θα πρέπει να ανοίξει τα χαρτιά της. Αλλωστε, το μόνο κοινό σημείο στις τοποθετήσεις ΔΝΤ και Κομισιόν, είναι ότι οι συζητήσεις (και οι αποφάσεις) αφορούν στο δεύτερο εξάμηνο του έτους.
Τι γράφει γερμανικός Τύπος
Την εκτίμηση ότι ξεκινά πλέον η συζήτηση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους διατυπώνει ο γερμανικός Τύπος, αποκλείοντας ωστόσο το ενδεχόμενο ενός νέου κουρέματος.
Όπως μεταδίδει η Deutsche Welle, η Stuttgarter Zeitung γράφει σχετικά: «Το ελληνικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται και καταπνίγει κάθε μελλοντική ανάπτυξη. Το πρωτογενές πλεόνασμα που πιστοποιήθηκε τώρα στο αναφερθέν ύψος και το οποίο δεν περιλαμβάνει τους τόκους, δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα στατιστικό τρικ. Είναι σημαντικό μόνο για το λόγο ότι οι χώρες της ευρωζώνης συνέδεσαν με αυτό περαιτέρω ελαφρύνσεις για το χρέος. Η συζήτηση για την μακροπρόθεσμη διάσωση της Ελλάδας ξεκινά μόλις τώρα».
Η εφημερίδα Bild σχολιάζει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα δεν λύνει τα προβλήματα της Ελλάδας καθώς οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις εξακολουθούν να μην υλοποιούνται: «Παντού ανθεί η διαφθορά. Οι γραφειοκράτες εξακολουθούν να μην εργάζονται όπως θα έπρεπε. Τα συνδικάτα μπλοκάρουν μια ελεύθερη αγορά εργασίας. Η Ελλάδα ζει με δανεικά. Το χρέος ανέρχεται στο 175 % του ΑΕΠ. Το μίνι πρωτογενές πλεόνασμα δεν είναι ούτε καν μια σταγόνα στον ωκεανό. Όποιος αγοράζει ελληνικά ομόλογα, το κάνει λιγότερο επειδή εμπιστεύεται τους Έλληνες ότι θα επιλύσουν γρήγορα τα προβλήματά τους. Αντιθέτως:Ποντάρει στο ότι εντέλει οι άλλοι θα πληρώσουν. Η Ελλάδα έχει μακρύ δρόμο μπροστά της. Σήμερα δεν υπάρχει ακόμη λόγος για πανηγυρισμούς».
Η Freie Presse σημειώνει ότι «τώρα οι υπ. Οικονομικών θα πρέπει να αποκαλύψουν τις προθέσεις τους, καθώς στις πατρίδες τους είναι δύσκολο να εξηγηθούν οι ελαφρύνσεις αυτές (που υποσχέθηκαν). Χαμηλότερα επιτόκια και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια έμμεση διαγραφή του χρέους για τους Έλληνες. Στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης αυτό δεν πρόκειται να αποτελέσει αφορμή για πανηγυρισμούς».
Η ελβετική Neue Zürcher Zeitung επισημαίνει ότι «η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει σε κάποια ελάφρυνση, καθώς το 2012 οι υπ. Οικονομικών της ευρωζώνης είχαν υποσχεθεί τη λήψη πρόσθετων μέτρων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους, εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο. Είχαν όμως υπόψη τους κάποια περιορισμένα μέτρα, όπως τη μείωση των επιτοκίων και την παράταση του χρόνου αποπληρωμής παλαιότερων δανείων. Επικαλούμενοι νομικούς και πολιτικούς λόγους εξακολουθούν να απορρίπτουν ένα ʽπραγματικόʼ κούρεμα, κατά το οποίο οι δημόσιοι πιστωτές θα έπρεπε να παραιτηθούν από μέρος των αξιώσεών τους».

