Προφήτη Ηλία ...θύμιζε χθες η Νεάπολη με επίκεντρο το Δικαστικό Μέγαρο όπου βρέθηκαν εκατοντάδες κάτοικοι του χωριού, μάρτυρες αλλά και άνθρωποι που θέλησαν να συμπαρασταθούν στις δύο οικογένειες.

Οι περισσότεροι εξ αυτών παρέμειναν εκτός δικαστηρίων καθώς τα μέτρα ασφαλείας, όπως είχε γράψει η «Π» ήταν πρωτοφανή. Διμοιρίες (και από το Ηράκλειο) είχαν παραταχθεί μπροστά από την κεντρική είσοδο αλλά και περιμετρικά του κτιρίου, ενώ δεκάδες άλλοι αστυνομικοί, ένστολοι και μη, από τα ΤΑΕ Λασιθίου και Ηρακλείου, υπηρεσίες Ασφαλείας των δύο νομών αλλά και η Ομάδα Ειδικών Αποστολών Κρήτης είχαν επιστρατευτεί για την τήρηση της τάξης.

Εντός των δικαστηρίων επιτράπηκε η είσοδος σε περιορισμένο αριθμό ατόμων, στενών συγγενών και μαρτύρων, ενώ όλοι ανεξαιρέτως (και οι δημοσιογράφοι) ελέγχονταν μέσω της μαγνητικής πύλης και έδιναν τα στοιχεία της ταυτότητας τους σε αστυνομικό που τηρούσε αρχείο για όλους τους εισερχόμενους.

Σε «φρούριο» όμως παρέπεμπε και η δικαστική αίθουσα με ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις να παρεμβάλλονται ανάμεσα στους συγγενείς των δύο πλευρών, ενώ μεγάλη αστυνομική δύναμη πλαισίωνε και τους τρεις κατηγορούμενους. Τα μέτρα επέβλεπε ο ίδιος ο Αστυνομικός Διευθυντής Λασιθίου, ταξίαρχος Φανούρης Μανιαδάκης.

Επίσης στην είσοδο της Νεάπολης υπήρχε αστυνομικό μπλόκο που ήλεγχε τα διερχόμενα οχήματα.


«Βράχος» στάθηκε κατά την πολύωρη κατάθεσή του ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Νεάπολης ο χαροκαμένος πατέρας Γιάννης Ξυδάκης, η εξέταση του οποίου υπήρξε εξαντλητική δεδομένου ότι διήρκησε περισσότερο από τρεις ώρες. Αποφεύγοντας τις συναισθηματικές εξάρσεις-αν και υπήρξαν στιγμές που κατέβαλε προσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυα του- παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος σταθερός στα λεγόμενα του σε σχέση με τα όσα συνέβησαν πριν, κατά και μετά την δολοφονία του γιου του αλλά και σε σχέση με την σε βάρος του δολοφονική απόπειρα. Με ψυχραιμία, μετέφερε στο δικαστήριο όσα βίωσε από πρώτο χέρι, όσα του περιέγραψαν συγγενείς και συγχωριανοί του για την μοιραία νύχτα ενώ αναφέρθηκε σε μία σειρά περιστατικών που οδήγησαν στην αιματοχυσία, την οποία απέδωσε σε «οργανωμένο σχέδιο» των κατηγορουμένων, οι οποίοι-όπως ανέφερε χαρακτηριστικά-επεδίωκαν την εξόντωση του ίδιου και του γιου του προκειμένου να αναδειχθούν σε «δυνάστες» της τοπικής κοινωνίας.

Στον Γιάννη Ξυδάκη, ο οποίος έχει καταστεί πλέον εμβληματική μορφή για την κοινωνία του Προφήτη Ηλία, ο πρόεδρος του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Λασιθίου έδωσε όλο το χρόνο να «ανοίξει» την ψυχή του, να καταθέσει την δική του αλήθεια για τα τραγικά περιστατικά, για το καθεστώς τρόμου που επικρατούσε στον Προφήτη Ηλία πριν το διπλό φονικό αλλά και για το «εθνικοαπελευθερωτικό» κλίμα που έχει διαμορφωθεί πια στην τοπική κοινωνία. Από την πλευρά τους , στις ερωτήσεις που απηύθυναν προς τον τραγικό μάρτυρα, οι συνήγοροι υπεράσπισης προσπάθησαν να μετριάσουν τις καταστάσεις, να μην προκαλέσουν το κοινό αίσθημα, αν και σε κάποια σημεία, υπήρξαν στιγμές έντασης από το ακροατήριο, οι οποίες όμως ήταν απόλυτα ελεγχόμενες, τουλάχιστον κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας.

Ο πατέρας του 34χρονου Πρίαμου Ξυδάκη ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας που εξετάστηκε χθες, πρώτη ημέρα της δίκης. Η σύζυγος του άτυχου άνδρα αν και βρισκόταν στο δικαστήριο, δεν μπόρεσε τελικά να καταθέσει λόγω της άσχημης ψυχολογικής κατάστασης.

Το χαμόγελο πριν το θάνατο

Δύο ήταν τα σημεία στα οποία βούρκωσε ο Γιάννης Ξυδάκης: Η τελευταία εικόνα που έχει από τον γιο του όταν πια έσπευσε πανικόβλητος στην κεντρική πλατεία και τον είδε σωριασμένο στο έδαφος και τραυματισμένο. «Μου χαμογέλασε και ήταν σαν να μου έλεγε: «την πάτησα». Πήγε να του πει: «πατέρα», όμως δεν τον άφησε να μιλήσει. Τον καθησύχασε. Μέχρι εκείνη την στιγμή πίστευε ότι δεν κινδυνεύει η ζωή του και θα γίνει καλά. Όσο ήταν πάνω από τον γιο του και περίμεναν το ασθενοφόρο, συγγενείς και συγχωριανοί τον πανικόβαλαν. Του ζήτησαν να φύγει γιατί κινδύνευε και η δική του ζωή. «Φύγε, θα σε σκοτώσουν». Έτσι έφυγε και δεν ξαναείδε το παιδί του ζωντανό.

Λίγο αργότερα, ανέφερε ότι λόγω της ενασχόλησης του με τα κοινά, είχε κληθεί πολλές φορές να μεσολαβήσει για να προστατεύσει συγχωριανούς του από την εγκληματική δράση των κατηγορουμένων. «Όλους τους προστάτευα. Μόνο το παιδί μου δεν πρόλαβα να προστατεύσω» είπε συγκινημένος.

Ήθελαν να διαφεντεύουν τον τόπο

Ο μάρτυρας στην κατάθεση του υπήρξε καταπέλτης για το προφίλ και την συμπεριφορά των τριών κατηγορουμένων, υποστηρίζοντας κατʼ επανάληψη ότι ήταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. «Ακόμα και με μωρό να τα έβαζαν, θα πήγαιναν όλοι μαζί. Έτσι λειτουργούσαν πάντα και αυτό είναι καταγεγραμμένο σε όλα τα μυαλά του τόπου μας. Ποτέ μόνοι, αλλά όλοι μαζί».

Τους περιέγραψε ως μισητά πρόσωπα στο χωριό, τονίζοντας ότι συγχωριανοί του αναγκάζονταν να τους μιλούν υπό το καθεστώς τρόμου. Μέχρι και το διπλό φονικό, ο ίδιος διατηρούσε κάποιες επαφές με τον βασικό κατηγορούμενο, ενώ δεν είχε σχέσεις με τα αδέλφια του. «Ο φονιάς με είχε «αγκαλιάσει» γιʼ αυτό και παραξενεύτηκα όταν έμαθα ότι απειλούσε το γιο μου».

Όπως είπε, πρώτη φορά έμαθε για τις απειλές σε βάρος του Πρίαμου, το απόγευμα της 24ης Ιουνίου, λίγες ώρες δηλαδή πριν από το φονικό. Τις απειλές αποκάλυψε ο ίδιος ο γιος του σε τηλεφώνημα που του έκανε. «Θορυβήθηκε», όπως κατέθεσε, γιατί γνώριζε ότι πρόκειται για φονιάδες που κάνουν πράξη τις απειλές και τελειώνουν τις δουλειές τους.

Στην αγωνία του, κάλεσε τον γιο του, δύο συγγενείς και τον πρώην δήμαρχο Λάμπρο Περβολαράκη για να δουν τι θα γίνει. Ελάφρωσε, όπως είπε, λίγο αργότερα όταν σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο πρώην δήμαρχος με τον βασικό κατηγορούμενο, ο δεύτερος τον διαβεβαίωσε ότι η παρεξήγηση είχε λήξει. Νωρίς το βραδάκι ο Γιάννης Ξυδάκης πήγε στον χώρο της εκδήλωσης που γινόταν ο Κλείδονας και χάρηκε που είδε τον γιο του να χαμογελάει και να συζητάει με μία παρέα νέων. Επέστρεψε στο σπίτι γιατί λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Στις 9.08 το βράδυ του τηλεφώνησε ο γιος του. «Όλα ήταν καλά. Αυτό ήταν από τα πιο ευχάριστα τηλεφωνημάτα» είπε. Γύρω στις 9.30 πήγε ξανά στον χώρο της εκδήλωσης, όμως ο Πρίαμος ήταν άφαντος. Κάποιος συγχωριανός του μιλούσε στο κινητό. Στράφηκε στον πατέρα Ξυδάκη και του είπε: «Στην πλατεία έπεσαν πυροβολισμοί και είναι μπλεγμένος και ο Πρίαμος». Τότε άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την τραγωδία που θα ζούσε η οικογένεια του.

Ο πατέρας Ξυδάκης υποστήριξε ότι οι κατηγορούμενοι ήθελαν να βάλουν στο χέρι το γιο του για να είναι αποδεκτοί στην τοπική κοινωνία και στη νεολαία. «Ήθελαν να τον κάνουν σύντεκνο για να δαμάσουν την κοινωνία μας. Ζήλευαν όσους ήθελαν να αλλάξουν στάση ζωής, μακρυά από τα όπλα και τις βιαιοπραγίες. Η δική τους ζωή ήταν να πυροβολούν ανθρώπους και σκύλους. Τα παιδιά τους ήταν όλη μέρα μπροστά σε ένα κομπιούτερ και έβλεπαν πιστόλια. Και ο γιος μου προσπαθούσε να τα συμβουλεύσει και να τα τραβήξει στον αθλητισμό».

Σε σχέση με την σε βάρος του δολοφονική απόπειρα, υποστήριξε ότι έγινε αφότου έφυγε από την κεντρική πλατεία, μέσα στα στενά. Με βεβαιότητα, όπως κατέθεσε, αναγνώρισε τα δύο αδέλφια του βασικού κατηγορουμένου. «Ο Θεός τους εμπόδισε από το να με σκοτώσουν. Όσοι πιστεύουν λένε ότι την στιγμή εκείνη ξεψυχούσε ο Πρίαμος και με προστάτευσε. Έκανα τον σκοτωμένο για να γλιτώσω. Έσκυψα και βγήκα από το αυτοκίνητο σαν τσουβάλι ασάκιαστο. Τότε άκουσα την φωνή του ενός (τον κατονόμασε) να λέει: «τον σκοτώσαμε τον κερατά, πάμε να φύγουμε».

«Αν με είχαν σκοτώσει, σήμερα θα έκαναν ιππασία στον Προφήτη Ηλία και θα ζούσαμε την εποχή του χειρότερου δυνάστη».

Κληθείς να τοποθετηθεί για το δεύτερο θύμα αυτής της τραγικής υπόθεσης, τον 64χρονο Μανόλη Σταυρουλάκη, και το κατά πόσο ο βασικός κατηγορούμενος μπορούσε να προβλέψει το αποτέλεσμα της πράξης του, ο Γιάννης Ξυδάκης ήταν κατηγορηματικός: «ήξερε πού πυροβολούσε, ήξερα ότι θα σκότωνε. Θα μπορούσε να σκοτώσει τον οποιονδήποτε εκτός και αν ήταν δικός του άνθρωπος. Τότε δεν θα πυροβολούσε».

Από την πλευρά της υπεράσπισης ζητήθηκε επίμονα από τον Ξυδάκη να κατονομάσει συγκεκριμένους μάρτυρες τόσο για το περιστατικό με τον γιο του, στο οποίο δεν ήταν παρών, όσο και για το περιστατικό σε βάρος του, πράγμα που έγινε και τα ονόματα καταγράφηκαν στα πρακτικά ενόψει και της επικείμενης εξέτασης τους.

Επιπλέον δια των ερωτήσεων που έκαναν, σχολίασαν: 1ον το γιατί δεν ενημέρωσε άμεσα την Αστυνομία για την δολοφονική απόπειρα σε βάρος του, 2ον ποιος και γιατί μετακίνησε το αυτοκίνητο του από το σημείο της επίθεσης, 3ον γιατί δεν βρέθηκαν κάλυκες στον τόπο που υποδεικνύεται ως σημείο της ένοπλης επίθεσης ενώ έπεσαν 16 πυροβολισμοί; Πώς γίνεται μία και μόνο βολίδα να πλήξει τον χώρο της καμπίνας όταν έχει προηγηθεί καταιγισμός πυρών. Κατά την υπεράσπιση, δεν έγινε δολοφονική απόπειρα σε βάρος του Γ. Ξυδάκη από τους δύο κατηγορουμένους.

Ε.Κ.