
Της Κατερίνας Μυλωνά
Το βάρος των νεογέννητων εξαρτάται από την έκθεση της εγκύου ακόμα και σε χαμηλά επίπεδα ρύπανσης της ατμόσφαιρας αφού ελλοχεύει ο κίνδυνος γέννησης μωρών με χαμηλό βάρος (κάτω από 2,5 κιλά μετά από 37 εβδομάδες κύησης).
Το παραπάνω προκύπτει από μια νέα μεγάλη ευρωπαϊκή έρευνα, στην οποία συμμετείχαν καθηγητές από το Πανεπιστήμιο Κρήτης που πραγματοποίησαν στο Ηράκλειο τη «Μελέτη μητέρας- παιδιού».
Όπως διαπιστώθηκε, στο Ηράκλειο, οι έγκυες κινδυνεύουν σε λιγότερο βαθμό σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Η έρευνα
Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση δεν επιφέρει βλάβες μόνο στο καρδιοαναπνευστικό σύστημα αλλά πλήττει και άλλα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Σύμφωνα με μία από τις μεγαλύτερες επιδημιολογικές μελέτες που δημοσιεύτηκε στο πλέον έγκριτο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «The Lancet Respiratory Medicine», η έκθεση κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης σε ατμοσφαιρικούς ρύπους, ακόμα και σε επίπεδα χαμηλότερα αυτών που επικρατούν στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για υπολειπόμενη ενδομήτρια ανάπτυξη.
Τα επωνομαζόμενα μικροσωματίδια PM2.5 (σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 2,5 εκατομυριοστών του μέτρου) εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα μέσω της βιομηχανίας, της κυκλοφορίας οχημάτων και της θέρμανσης οικιών. Στην εργασία αυτή οι ερευνητές έδειξαν ότι για κάθε αύξηση της συγκέντρωσης των σωματιδίων PM2.5, στην ατμόσφαιρα, κατά 5 μικρογραμμάρια ανά κυβικό μέτρο (5µg/m³) ο κίνδυνος για τη γέννηση ενός ελλιποβαρούς νεογνού αυξάνεται κατά 18%. Είναι εξαιρετικά σημαντικό ότι αυτός ο κίνδυνος παραμένει ακόμα και για επίπεδα έκθεσης σε ατμοσφαιρικούς ρύπους χαμηλότερα από το όριο των 25µg/m³ που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στη μελέτη συμμετείχαν 14 ερευνητικά Κέντρα από 12 Ευρωπαϊκές χώρες με τη συμμετοχή πάνω από 74.000 εγκύων γυναικών. Μεταξύ αυτών το Πανεπιστήμιο Κρήτης.
Τι λένε οι καθηγητές
Σύμφωνα με τον συντονιστή της έρευνας αυτής, καθηγητή Μανόλη Κογεβίνα, και την επίκουρη καθηγήτρια Λήδα Χατζή στη βάση των αποτελεσμάτων της μελέτης: «Ένας μεγάλος αριθμός περιπτώσεων γέννησης λιποβαρούς νεογνού θα μπορούσε να αποφευχθεί στην Ευρώπη, αν η αστική ατμοσφαιρική ρύπανση μειωνόταν. Οι επιπτώσεις στην δημόσια υγεία που έχουν βρεθεί σε αυτή την έρευνα είναι σημαντικές. Η μείωση του βάρους γέννησης έχει δείξει ότι σχετίζεται με πολλές αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία νωρίς ή αργότερα στη ζωή, όπως το μειωμένο ανάστημα, η αυξημένη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών και αναπνευστικών παθήσεων, σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και οστεοπόρωσης. Επιπλέον η περίμετρος κεφαλής κατά τη γέννηση αποτελεί σημαντική ένδειξη συνεχιζόμενης ανάπτυξης του εγκεφάλου και μπορεί να συνδέεται με διαταραχές στη νευροανάπτυξη του παιδιού».
Σε σχέση με τα αποτελέσματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προσδιορίστηκαν στη μελέτη ο καθηγητής Ε. Στεφάνου αναφέρει: «Μετρήθηκαν οι συγκεντρώσεις των λεγομένων αναπνεύσιμων ατμοσφαιρικών σωματιδίων και των οξειδίων του αζώτου από το 2009-10, με τρόπο ώστε να καλυφθούν όλες οι περιοχές διαμονής των ατόμων της “Μελέτης Ρέα”. Είναι η λεπτομερέστερη περιβαλλοντική μελέτη αέριας ρύπανσης που έγινε στην Ευρώπη και στην Ελλάδα με τις ίδιες μεθόδους. Στην πόλη του Ηρακλείου προσδιορίστηκαν, σχετικά με τις άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, χαμηλότερες συγκεντρώσεις των λεπτών σωματιδίων PM2.5 ενώ αρκετά υψηλές των μεγαλύτερων σωματιδίων PM10. Η διαφοροποίηση αυτή οφείλεται στις πηγές εκπομπής τους. Τα σωματίδια PM2.5 προέρχονται κυρίως από την κυκλοφορία οχημάτων, τη θέρμανση οικιών και τις βιομηχανίες ενώ τα PM10 από επαναιώρηση της σκόνης αλλά και από τη συχνή μεταφορά σκόνης από τη Σαχάρα. Οι μετεωρολογικές συνθήκες συνεισέφεραν επίσης αρκετά στις διαφοροποιήσεις της περιοχής από τις βόρειες και κεντρικές περιοχές στη Ευρώπη».
Εντοπίζοντας τα αποτελέσματα που αφορούν την Κρήτη, ο καθηγητής Μ. Κογεβίνας αναφέρει: «Οι έγκυες γυναίκες στην περιοχή του Ηρακλείου εκτίθενται σε χαμηλές συγκεντρώσεις λεπτών σωματιδίων και ως εκ τούτου οι επιπτώσεις στην υγεία των νεογνών βρέθηκαν χαμηλότερες από αυτές που προσδιορίστηκαν σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που συμμετείχαν στη μελέτη».

