Για μια ακόμη χρονιά, άρχισε χθες η απονομή των σημαντικότερων επιστημονικών -και όχι μόνο- βραβείων στον κόσμο, των Νόμπελ. Η αρχή έγινε χθες με το Νόμπελ Φυσιολογίας/Ιατρικής και ακολουθούν σήμερα το Νόμπελ Φυσικής, την Τετάρτη το Νόμπελ Χημείας, την Πέμπτη το Νόμπελ Λογοτεχνίας, την Παρασκευή το Νόμπελ Ειρήνης και την επόμενη Δευτέρα το Νόμπελ Οικονομικών Επιστημών .

Ποιός όμως ήταν ο δημιουργός των Νόμπελ και γιατί τα θεσμοθέτησε; Ο Άλφρεντ Νόμπελ γεννήθηκε το 1833 στη Στοκχόλμη, την πρωτεύουσα της Σουηδίας.

Ο πατέρας του Ιμάνουελ ήταν μηχανικός και εφευρέτης, ο οποίος, αφού υπέστη την οδυνηρή δοκιμασία της πτώχευσης, αναγκάστηκε να δοκιμάσει το 1837 την τύχη του στη Ρωσία, όπου πράγματι αυτή του χαμογέλασε. Το «κλειδί» ήταν ότι κατάφερε να εντυπωσάσει τον τσάρο με μια από τις εφευρέσεις του, την υποθαλάσσια νάρκη κατά εχθρικών πλοίων.

Ο γιός του Άλφρεντ, μορφώθηκε στην Αγία Πετρούπολη και (παρόλο που είχε κλίση στην ποίηση) συνέχισε στα βήματα του πατέρα του, ασχολούμενος με τη χημεία και τη μηχανική.

Ανάμεσα στις πολλές εφευρέσεις του τα επόμενα χρόνια, η κυριότερη ήταν, το 1867, η «χειραγώγηση» της επικίνδυνα ασταθούς νιτρογλυκερίνης (από την οποία είχε σκοτωθεί ο νεότερος αδελφός του Εμίλ το 1864) σε ένα νέο ασφαλέστερο μίγμα, που ονομάστηκε από τον ίδιο «δυναμίτης», από την ελληνική λέξη «δύναμις».

Η εφεύρεση του δυναμίτη έφερε πραγματική επανάσταση στην εξορυκτική βιομηχανία, στις κατασκευές και στα πάσης φύσης έργα (π.χ. στη διάνοιξη των νέων σιδηροδρομικών γραμμών σε όλο τον κόσμο), με αποτέλεσμα ο Νόμπελ -ο οποίος στη συνέχεια εφηύρε ακόμα πιο εξελιγμένες εκρηκτικές ουσίες- να γίνει πάμπλουτος. Πολύ γρήγορα ο δυναμίτης αξιοποιήθηκε όχι μόνο για ειρηνικούς σκοπούς, αλλά και για πολεμικούς.

Ο ίδιος, αν και, μεταξύ άλλων, ήταν ιδιοκτήτης της εταιρείας όπλων Bofors, είναι αβέβαιο κατά πόσο ενέκρινε τη στρατιωτική χρήση του δυναμίτη.

Ήταν όμως μια τραγική ειρωνεία της τύχης αυτή που τον ώθησε να δημιουργήσει τα βραβεία Νόμπελ. Όταν το 1888 πέθανε ο αδελφός του Λούντβιχ, εξαιτίας κάποιου δημοσιογραφικού λάθους δημοσιεύθηκε σε μια γαλλική εφημερίδα η νεκρολογία του ίδιου του Άλφρεντ, ο οποίος είχε έτσι το «προνόμιο» να δει, όντας ακόμα ζωντανός, τι πίστευε ο κόσμος και ποια θα ήταν η μεταθανάτια γνώμη γι' αυτόν.

Στη «νεκρολογία» του ο Άλφρεντ Νόμπελ χαρακτηριζόταν ως ο άνθρωπος που έβγαλε εκατομμύρια από τον θάνατο άλλων ανθρώπων, ως ένας «έμπορος του θανάτου» και ως «αυτός που πλούτισε εφευρίσκοντας τρόπους να σκοτώνονται περισσότεροι άνθρωποι πιο γρήγορα από ποτέ».

Συγκλονισμένος από αυτά που διάβασε, ο Νόμπελ αποφάσισε να κάνει κάτι για την υστεροφημία του και, κάπως έτσι, ένα χρόνο πριν πεθάνει το 1896, συνέταξε τη διαθήκη του και κληροδότησε το μεγαλύτερο μέρος (94%) της τεράστιας περιουσίας του για τη θεσμοθέτηση των πέντε βραβείων.

Το ποσό που έδωσε για τη χρηματοδότηση αυτών των ετήσιων βραβείων, έφθανε τα 31,2 εκατ. σουηδικές κορώνες (περίπου 1,69 εκατ. βρετανικές λίρες εκείνης της εποχής), ενώ σήμερα πια το κεφάλαιο αυτό έχει διαμορφωθεί γύρω στα 337 εκατ. ευρώ.