Του Ν. Τσαγκαράκη

Αν όση προσπάθεια μπήκε στη σκηνοθεσία έμπαινε και στο σενάριο, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα.

ΑΝ…

Σκην.: Χριστόφορος Παπακαλιάτης

Πρωτ.: Χριστόφορος Παπακαλιάτης, Μαρίνα Καλογήρου, Μάρω Κοντού, Γιώργος Κωνσταντίνου, Θέμις Μπαζάκα, Μαρία Σολωμού, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Φάνης Μουρατίδης, Τάκης Σπυριδάκης, Τάσος Ιορδανίδης, Ακύλλας Καραζήσης

Στην Αθήνα του 2009, ο Δημήτρης περνάει ένα ήσυχο εργένικο βράδυ στο σπίτι του στην Πλάκα παρέα με τη σκύλα του, Μοναξιά, η οποία τον ενοχλεί για να την πάει βόλτα. Από ʽκει ξετυλίγονται δύο εκδοχές της ιστορίας, στη μία από τις οποίες ο Δημήτρης βγαίνει έξω και στην άλλη όχι. Σε καθεμιά τους ο Δημήτρης θα γνωρίσει τον έρωτα της ζωής του στο πρόσωπο της Χριστίνας, αλλά με ριζικά διαφορετική εξέλιξη.

Στην πρώτη του κινηματογραφική ταινία, ο Παπακαλιάτης αναρωτιέται αν υπάρχει ελπίδα στην Ελλάδα της κρίσης, αναγνωρίζει τη δυσκολία της κατάστασης και προτείνει σαν στήριγμα τον έρωτα. Ένα σκηνοθετικά συγκροτημένο φιλμ που για να αντέξει το πραγματικό παρόν χρησιμοποιεί το κινηματογραφικό παρελθόν, πιστοποιεί τη φιλοδοξία και την ικανότητα του δημιουργού του, αλλά δυστυχώς υπονομεύεται από τα δύο συνηθισμένα μειονεκτήματά του: την κοινοτοπία και τον μιμητισμό.

Γενικότερα, είναι προφανής η σιγουριά με την οποία ο σκηνοθέτης αξιοποιεί τα μέσα του, εξασφαλίζοντας όμορφη φωτογραφία από τον Γιάννη Δασκαλοθανάση (π.χ. η αφαιρετικότητα με την οποία φωτίζονται οι σκηνές με τον Καραζήση στο άδειο σκοτεινό πλατό), σφιχτό μοντάζ από τη Στέλλα Φιλιπποπούλου που διατηρεί ρυθμό και συνοχή, καλές ερμηνείες απʼ όλους, κι ένα οργανωμένο σενάριο, το διασκεδαστικότερο στοιχείο του οποίου είναι ίσως το διακειμενικό παιχνίδι με την ταινία του Γιώργου Τζαβέλλα «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965). Ο χωρισμός της πλοκής σε δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, δημιουργεί δύο αντίθετα συναισθηματικά περιβάλλοντα που εξισορροπούνται από την αντίστροφη πορεία της γνωριμίας του ζευγαριού (η μία ξεκινάει και η άλλη καταλήγει σʼ αυτή) και καταλήγουν σε μια κατάσταση που αποπνέει την επιδιωκόμενη

συγκρατημένη αισιοδοξία. Το πολιτικο-κοινωνικό πλαίσιο σκιαγραφείται επιφανειακά μέσα από τετριμμένους διαλόγους (η απόγνωση της Χριστίνας στον καφέ με τον Δημήτρη μετά την απόλυσή της) και περιστασιακές σκηνοθετικές εμπνεύσεις (το εύστοχα περιεκτικό πλάνο του Δημήτρη που βγαίνει από ένα ενεχυροδανειστήριο καθώς περνάει μπροστά του μια διμοιρία ΜΑΤ), αλλά η ταινία επιλέγει νʼ αποφύγει το πολικό σχόλιο για μια κατάσταση για την οποία δεν έχει απάντηση, προτιμώντας να καταφύγει στον έρωτα σαν μια ισχυρότερη, ελπιδοφόρα επιλογή.

Το γενικότερο οπτικό ύφος του φιλμ δείχνει ότι ο σκηνοθέτης μπορεί να προσαρμόσει τη μέχρι τώρα δοκιμασμένη στην τηλεόραση δημιουργική του φιλοδοξία στις απαιτήσεις και την κλίμακα του κινηματογράφου, γιʼ αυτό είναι απογοητευτικό το ότι οι διάλογοι, οι καταστάσεις και συχνά η σκηνοθεσία παραμένουν ένα συνονθύλευμα κινηματογραφικών και κοινωνικών κλισέ. Τα δύο πλαίσια αναφοράς του σκηνοθέτη είναι η νεότερη αγγλόφωνη ρομαντική κομεντί και η ελληνική κωμωδία της δεκαετίας του ʼ60. Ανάμεσα στις προφανέστερες ʽπηγές έμπνευσηςʼ του Παπακαλιάτη, η παράλληλη διπλή εκδοχή της ιστορίας από το «Sliding doors» (Πίτερ Χάουιτ, 1998), ο θάνατος της Χριστίνας από αυτοκίνητο από το «Μια ημέρα» («One day», Λόνε Σέρφιγκ, 2011), το περπάτημα του ζευγαριού ανάμεσα στις εποχές του χρόνου από το «Noting Hill» (Ρότζερ Μίτσελ, 1999). Οι διάλογοι αναπαράγουν όλα τα κλισέ για τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις που μπορεί να βρει κανείς σʼ ένα τυχαίο περιοδικό ποικίλης ύλης, ενώ περιστασιακά η σκηνοθεσία ξεπέφτει σε γραφικότητα διαφημιστικού σποτ (η αρχική διανομή εμπορεύματος από τον φορτηγατζή Χαραλαμπόπουλο μες στην τρελή χαρά) ή βίντεο-κλιπ (το ζευγάρι στους άδειους δρόμους της Αθήνας), και σε εύκολο μελοδραματισμό που υπερ-τονίζεται από την έμφαση της μουσικής (π.χ. η στιγμή που ο σκύλος πεθαίνει στα χέρια του Δημήτρη). Με τη σειρά της, η μουσική επένδυση αναμειγνύει γνωστά κομμάτια διαφόρων ειδών από το παγκόσμιο ρεπερτόριο με την πρωτότυπη σύνθεση του Κώστα Χρηστίδη που συχνά θυμίζει την αντίστοιχη επένδυση του Κώστα Καπνίση στην ταινία του Τζαβέλλα, μουσική σύνδεση που ενισχύεται και από τη χρήση της λατέρνας.

Το νοσταλγικό μουσικό όργανο είναι μόνο ένα στοιχείο στη στρατηγική της ταινίας να παραλληλίσει τον εαυτό της με την “πρόγονό” της και να “συνομιλήσει” μαζί της, χρησιμοποιώντας την εμβληματικότητά της για να ενισχύσει τη ρητορική της για τη δύναμη του έρωτα. Το σινεφιλικό παιχνίδι παίζεται έξυπνα καθώς ο Αντωνάκης κι η Ελενίτσα Κοκοβίκου “μπαινοβγαίνουν” στην αφήγηση, αφού από τη μία αποτελούν χαρακτήρες του αφηγηματικού σύμπαντος κι από την άλλη η ταινία του Τζαβέλλα προβάλλεται στην τηλεόραση του Δημήτρη, με τη σκηνή της αγκαλιάς να γίνεται ο προφανέστερος παραλληλισμός ανάμεσα στις δύο ιστορίες.

Όμως ακριβώς αυτή η γενικότερη επανάπαυση στο προφανές και την ευκολία είναι που αποτρέπει την ταινία από το να γίνει κάτι παραπάνω από μια λειτουργική αλλά τυποποιημένη κινηματογραφική ʽάσκησηʼ του σκηνοθέτη.