Συνέντευξη στην Σοφία Τσεντελιέρου
«Τότε ζούσαμε στο σκοτάδι και θέλαμε να μπούμε στο φως. Σήμερα ζούμε σʼ ένα άπλετο φως και πνιγόμαστε στο σκοτάδι».
Με τα λόγια αυτά συνδέει το χθες με το σήμερα ο συγγραφέας και αρθρογράφος Δημήτρης Παπαχρήστος, ο εκφωνητής του αυτοσχέδιου Ραδιοφωνικού Σταθμού των φοιτητών του Πολυτεχνείου, τριάντα χρόνια μετά το Νοέμβρη που έμεινε στην Ιστορία της Ελλάδας για να συμβολίζει τα ιδανικά και τις αξίες μιας γενιάς, που θα μπορούσε να είναι κάθε γενιά, αλλά και τους λαϊκούς αγώνες.
Ο Δημήτρης Παπαχρήστος βρέθηκε στην Κρήτη, προσκεκλημένος της πολιτιστικής επιτροπής των Ανωγείων και του Πέτρου Καλομοίρη, που ήταν συμφοιτητής και σύντροφός του.
Ο άνθρωπος που με τη φωνή του έστειλε το μήνυμα για συσπείρωση του λαού και πρόβαλε το αίτημα για ψωμί, παιδεία, ελευθερία, βρέθηκε χθες στο Ηράκλειο, τριάντα χρόνια ακριβώς μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και μίλησε στην «Π» γιʼ αυτά που βίωσε, αλλά και για το σήμερα. Όλα αυτά τα κατέγραψε στο βιβλίο του με τίτλο «Ζούσε τη ζωή του σαν να τη θυμόταν», το οποίο κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις «Καστανιώτης». Για το βιβλίο αυτό ο Δημήτρης Παπαχρήστος λέει:
«Όταν δεν αξίζει η ζωή μας να τη διηγηθούμε, είναι σαν να μην τη ζήσαμε. Είμαστε ακόμα ζωντανοί κι ό,τι ζήσαμε ήταν αληθινό· δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραχαραχθεί και να αλλοιωθεί. Με την πίστη πως ό,τι έχει υπάρξει αληθινά δε γίνεται να χαθεί, θα το βρουν μπροστά τους φωτεινό οι επόμενοι, οι οπλισμένοι με μνήμη και γνώση,, καταθέτω δικαιωματικά, μετά από τριάντα χρόνια, σκόρπιες σημειώσεις, ημερολόγια, ποιήματα, κείμενα και ντοκουμέντα που γράφτηκαν και διασώθηκαν κάτω από συνθήκες παρανομίας και απίστευτων δυσκολιών. Εκθέτοντας ακόμα μια φορά τον εαυτό μου, χωρίς να επέμβω και να αλλάξω το παραμικρό, για να φανεί η ατμόσφαιρα και το κλίμα μιας τρυφερά επαναστατημένης και εξεγερμένης γενιάς που δημιούργησε το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Κι έτσι μιλάνε από μόνα τους τα κείμενα-σπαράγματα, με τη φωνή ενός εικοσιτριάχρονου φοιτητή τότε και ενός ανθρώπου σήμερα που ζει τη ζωή του σαν να τη θυμάται σε ένα διαρκές παρόν».
«Π»: Πώς προέκυψε αυτό το βιβλίο;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Υπήρχαν πράγματα που τα είχα ξεχάσει κι εγώ και βγήκαν στην επιφάνεια μετά από μια μετακόμιση που έκανα. Σε φακέλους βρήκα κρυμμένα πράγματα, κρυμμένα εξαιτίας του κινδύνου που πάντα ελλόχευε. Έτσι βγήκε το βιβλίο που το ονομάζω «Ζούσε τη ζωή του σαν να τη θυμόταν», ως να ήταν ένα διαρκές παρόν κάποιος που τουλάχιστον μπορεί να διηγηθεί τη ζωή του. Γιατί αν δε μπορείς να διηγηθείς τη ζωή σου είναι σαν να μην την έζησες. Υπʼ αυτή την έννοια ήταν μια ευτυχής συγκυρία φέτος να έχουμε τριάντα χρόνια από τότε και να υπάρχουν κείμενα, ποιήματα, ημερολόγια που αντέχουν και δίνουν στα παιδιά τροφή για να συνεχίσουν εκεί που δε φτάσαμε εμείς. Γιατί για μένα το Πολυτεχνείο είναι σταθμός ανεφοδιασμού για τη ζωή και για τον αγώνα, δηλαδή για τη συνέχιση της ζωής, αλλά και του αγώνα. Δε φανταζόμαστε εκείνο τον καιρό ότι αυτό που κάναμε θα έπαιρνε τέτοια έκταση και θα έγραφε Ιστορία. Αυτό δείχνει πόσο αυθόρμητα λειτουργήσαμε. Λειτουργήσαμε ως νέοι που κληθήκαμε νʼ αποδείξουμε ότι είμαστε νέοι από την ίδια την Ιστορία. Δε μας οδήγησε κανείς εκεί, πήγαμε από μόνοι μας. Γιʼ αυτό έχει ενδιαφέρον αυτό το βιβλίο, γιατί φωτίζει το ʼ71, ʼ72. Διότι χωρίς αυτά τα δύο χρόνια δε θα καταλήγαμε στο ʼ73. Αυτό καπελώνει τα δύο χρόνια μιας σοφής προετοιμασίας παιδιών, που αναγκάστηκαν να βρουν τρόπους φανταστικούς για να αυτοοργανωθούν.
«Π»: Ύστερα από τρεις δεκαετίες ποια είναι η αποτίμηση που κάνετε;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Μετά από τριάντα χρόνια νομίζω ότι μπορώ να κάνω μια ιστορική, πολιτική και προσωπική αποτίμηση. Όπως ήταν τα πράγματα τότε είχε χτυπηθεί όλο το υλικό σε προσωπικό επίπεδο που είχε βγει από τη δεκαετία του ʼ60, το 1-1-4, τους Λαμπράκηδες, οργανώσεις. Η χούντα είχε τσακίσει το Ρήγα Φεραίο, τη Δημοκρατική Άμυνα, την 20η Οκτώβρη. Μιλάμε για εκφάνσεις ενός κινήματος που ήταν αντιστασιακό, με βόμβες, με προκηρύξεις. Μιλάμε για ισόβια, για βασανιστήρια, για εξορίες. Έπιασαν 6.000 άτομα μέσα σε δύο τρεις μέρες. Ό,τι υπήρξε όρθιο το ισοπέδωσαν, το βασάνισαν, το χτύπησαν. Έτσι υπήρξε ένα κενό μέσα στα πανεπιστήμια. Ένα κενό το οποίο ήταν μαύρο, τρισάθλιο, γκρίζο. Φανταστείτε πανεπιστήμια με στρατιωτικό επίτροπο, κυβερνητικό επίτροπο. Εμείς στην Ανωτάτη Εμπορική είχαμε τον Ντούρο. Φανταστείτε ότι υπήρξαν αστυνομικοί που έκαναν τους φοιτητές, ενώ υπήρξαν και προσκυνημένοι καθηγητές, που ενέδωσαν στις επιταγές της χούντας. Υπήρχε με άλλα λόγια ένα κλίμα που καθορίζονταν και από τους φοιτητές εκείνους που ήταν χουντικοί και διαμόρφωναν ένα κλίμα χαφιέδικο, που έβγαζε εισιτήρια για τους αγώνες τους ποδοσφαιρικούς, που έκανε πάρτι για να πιάσουν καμιά γκόμενα από τις φοιτήτριες τις πρωτοετείς. Μιλάμε για ξεφτιλισμένα άτομα.
«Π»: Στα χρόνια που πέρασαν έγιναν ελάχιστες αναφορές σʼ αυτούς.
Δημήτρης Παπαχρήστος: Γιʼ αυτό σας μιλάω. Γιʼ αυτό λέω αυτά τα πράγματα, γιατί αν δεν ήταν όλη αυτή η προεργασία, με το νʼ αρχίσουμε με αιτήματα φοιτητικά, από βιβλία που τα εκμεταλλεύονταν και τα εμπορεύονταν οι καθηγητές από τις σημειώσεις, από το εστιατόριο, που τρώγαμε και ήταν τα φαγητά σκουπίδια. Οι προμηθευτές υπήρχαν και τότε. Φανταστείτε μια φορά τον κυβερνητικό επίτροπο μέσα στη σχολή, στο εστιατόριο, η παρουσία του και μόνο έκανε τα παιδιά να λένε ότι είναι καλό το φαγητό. Ρωτούσε αυτός και όταν έφθασε στο τραπέζι μας ρωτάει αν είναι καλό το φαγητό. Εμείς θέλαμε να του πούμε «τι καλό;». Μόλις τόλμησα να πω ότι τρώμε σόλες από παπούτσια και του είπα να δοκιμάσει τα καλαμαράκια, θεώρησε ότι ήταν πρόκληση και αντεθνική δράση. Μας κάλεσε στο γραφείο. Γιʼ αυτό φωνάξαμε «Κάτω η χούντα, ζήτω τα καλαμαράκια» έτσι αστειευόμενοι. Αυτό το κλίμα στο βιβλίο φωτίζει μια πλευρά αθέατη, που είναι οι αγάπες μας, οι έρωτές μας, τα θέατρα που πηγαίναμε, οι κινηματογράφοι, τι διαβάζαμε.
«Π»: Ποια γεγονότα προηγήθηκαν της κατάληψης του Πολυτεχνείου και οδήγησαν στα γεγονότα του Νοέμβρη του ʼ73, όπως τα ζήσατε εσείς;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Το 1972 ξεκινά μια διαδικασία που μετά τα αιτήματα τα φοιτητικά, μας οδηγεί την άνοιξη να μαζεύουμε υπογραφές και να κάνουμε προσφυγές στα Πρωτοδικεία για να εκλέξουμε εμείς τους εκπροσώπους. Άρα το αίτημα είναι μετά τις υπογραφές που μάζεψαν σαράντα δύο φοιτητές της Νομικής, να μαζέψουμε απʼ όλες τις σχολές. Προχωράμε σʼ ένα πολιτικό αίτημα. Γιʼ αυτό είπα ότι είναι σοφή διαδικασία. Δε μπαίνει το αίτημα Κάτω η χούντα ή έξω οι Αμερικάνοι, γιατί τα πράγματα ήταν άγρια. Μπαίνει όμως το αίτημα να γίνουν εκλογές, πράγμα που το δέχεται τότε αναγκασμένη η κυβέρνηση και ορίζει εκλογές στις 20 Νοεμβρίου, αυτό το διάστημα οι Κρήτες φοιτητές έφτιαξαν το σύλλογό τους, που πρωτοστάτησε τότε και με τον Πετράκη τον Καλομοίρη τότε που ήταν πρόεδρος και με την Ιωάννα Καρυστιάνη. Ήταν μια πρωτοπορία για την εποχή και στήριγμα για το φοιτητικό κίνημα. Αν δείτε κείμενά τους εκείνης της εποχής, βρήκα το περιοδικό που έβγαζαν και ήταν εκπληκτικά τα κείμενα. Το ίδιο έκαναν οι Στερεοελλαδίτες, οι Ηπειρώτες, μάλιστα οι τελευταίοι πήραν μια πρωτοβουλία να συζητήσουμε για τα θέματα της παιδείας. Οι τοπικοί σύλλογοι βοηθούσαν να γνωριστούμε μεταξύ μας από σχολή σε σχολή. Έτσι δημιουργήθηκε ένα διασχολικό. Έτσι φθάνουμε ορμητικά πλέον ενάντια στη χούντα και γιʼ αυτό έχουμε μια σειρά από γεγονότα το 1973. Θυμάμαι στην Ανωτάτη Εμπορική που είχαμε κάνει μια μελέτη των δώδεκα για την παιδεία, όπου δημοσιεύθηκε στο Βήμα και μας κάλεσαν για να μας διαγράψουν. Αυτό συνέβαλε στο να μας δεχτούν οι φοιτητές στην Ανωτάτη Εμπορική. Μάλιστα το εξώφυλλο του βιβλίου είναι απʼ αυτή τη συγκέντρωση. Τους βγήκε σε κακό. Την ίδια στιγμή έκαναν ακόμα ένα λάθος. Μπήκαν στο Πολυτεχνείο -το πρώτο Πολυτεχνείο-, συνέλαβαν ένδεκα φοιτητές, έγινε δίκη, συσπειρώθηκε ο κόσμος. Σπάσαμε τα στεγανά και του φόβου και της τρομοκρατίας. Είχαμε τρεις μέρες δίκη και κατέβαινε ο κόσμος για συμπαράσταση στους φοιτητές. Τότε κάνει το τρίτο λάθος η χούντα, να κόψει την αναβολή μας. Μας στρατεύει βιαίως πάνω από 120 φοιτητές, με το νόμο 1347/73. Δε θα τα θυμόμουν αυτά αν δεν τα είχα γράψει. Τα διάβασα τώρα και έμεινα έκπληκτος, γιατί ένα παιδί 23 χρονών καθόταν και κρατούσε σημειώσεις, ποιήματα, ντοκουμέντα, προκηρύξεις, φωτογραφίες.
«Π»: Είναι σαν να πρόκειται για άλλο άνθρωπο;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Είχα μια αποστασιοποίηση μεν, αλλά διαπίστωσα ότι ευτυχώς δε ντρέπομαι γιʼ αυτό που ήμουν. Υπάρχει μια συνέχεια του εαυτού μου.
«Π»: Η πίεση που ασκήθηκε από τη χούντα συσπείρωσε τον κόσμο;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Η βίαιη στράτευση είχε ως αποτέλεσμα να κατέβουν οι φοιτητές πιο δυναμικά και να φωνάζουν θέλουμε τʼ αδέλφια μας πίσω, ξεπερνώντας τις έννοιες συνάδελφος και σύντροφος. Αυτό έγινε κραυγή στην Αθήνα. Γίνεται η πρώτη κατάληψη της Νομικής και ακολουθεί η δεύτερη. Δε γινόταν να μη φθάσουμε στην εξέγερση. Αρχίζουν τα μέτωπα να διευρύνονται. Αρχίζει ο κόσμος να μας αφουγκράζεται, να μη μας θεωρεί τους φοιτητές που είναι αργόσχολοι και αραχτοί στο μουσείο. Σοβαρεύουν τα πράγματα, γιατί μας έπιασαν, μας βασάνισαν, μας καλούσαν στην Ασφάλεια. Το βάπτισμα του πυρός είχε συντελεστεί. Γίνεται το κίνημα ενάντια στη χούντα από το Ναυτικό. Εγώ ήμουν στην Ξάνθη φαντάρος εκείνο τον καιρό. Μάλιστα βρήκα και το μπελά μου. Με κράτησαν στο κρατητήριο εκείνο το βράδυ, μήπως και αντιδράσω γιʼ αυτό το κίνημα, το οποίο ήταν και βασιλικό, δεν είχε καμία σχέση με μας. Αναγκάζεται ο Παπαδόπουλος να κάνει φιλελευθεροποίηση με το Μαρκεζίνη, ανακοινώνει την αμνηστία, γυρίζουν από τα ξερονήσια και τις φυλακές πίσω αγωνιστές, κόβει τη δική μας αναβολή και δε μας κρατάει τίποτα. Ήρθαμε την παραμονή της κατάληψης του Πολυτεχνείου ως φαντάροι, είχαμε την υποδοχή που μπορούσε να γίνει αυτό τον καιρό. Εγώ ήρθα από την Ξάνθη με μισά ρούχα στρατιωτικά και μισά πολιτικά. Το βάρος το δικό μας μετρούσε στους φοιτητές γιατί ήμαστε γνωστοί, υπέρ της κατάληψης. Γιατί εμείς αυθορμήτως πήγαμε ενάντια στην προσπάθεια της χούντας να φιλελευθεροποιηθεί, διότι τα κόμματα, τα πριν κόμματα, οι αστοί πολιτικοί, είχαν βρει έναν τρόπο να επικοινωνήσουν και να γίνουν μαριονέτες ενός στρατιωτικού καθεστώτος που θα βρισκόταν από πίσω και να γίνουν αυτοί καραγκιόζηδες μπροστά. Αλά τούρκα δηλαδή, όπως έγινε στην Τουρκία. Ενώ εμείς πήγαμε κόντρα σʼ αυτό, αλλά και στην αμηχανία της Αριστεράς, η οποία ήταν επιφυλακτική και το μεν κομμάτι του εσωτερικού και το δε του εξωτερικού. Δεν είχε καμία σχέση μαζί μας. Νόμιζαν ότι δεν είναι ώριμες οι συνθήκες, ότι δε μπορούμε να συγκρουστούμε άμεσα, είχαν στάση επιφυλακτική. Εμείς ως άκρα Αριστερά και εκφράζαμε μια βολονταριστική, μια κίνηση βάσει της επιθυμίας. Όχι ότι δεν είχαμε αιτήματα και μάλιστα σοβαρά, αλλά είπαμε ή τώρα ή ποτέ. Κάνουμε μια κατάληψη και μετατρέπουμε το Πολυτεχνείο σε κάστρο αντίστασης του ελληνικού λαού, όχι μόνο των φοιτητών. Γιʼ αυτό και απευθυνόμαστε κατευθείαν στον ελληνικό λαό «Εργάτες, αγρότες και φοιτητές». Είχαν έρθει οι αγρότες που τους έπαιρναν τα χωράφια. Είχαμε γίνει κάστρο αντίστασης και αναφοράς. Ήμαστε ελεύθεροι πολιορκημένοι στην κυριολεξία.
«Π»: Το κλίμα μεταξύ σας πώς ήταν;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Εκεί μέσα είχαμε αντιθέσεις. Μη νομίζετε ότι ισχύουν αυτά που παρουσιάζονται μετά από τριάντα χρόνια. Σκοτωνόμαστε ακόμα για να περάσει μια πολιτική. Είχαμε ολονύχτιες ψηφοφορίες. Εκλέξαμε αντιπροσώπους από κάθε σχολή και είχαμε συντονιστική επιτροπή για τον αγώνα. Αρχίσαμε μια αυτοοργάνωση με ένα εκπληκτικό τρόπο, από το να λειτουργήσουν τα μαγειρεία, μέχρι το φαρμακείο και το ιατρείο. Αντίσταση, αυτοάμυνα, συνθήματα που έβγαιναν από τη φαντασία των παιδιών. Τραγούδια, χαρές, έρωτες. Ήταν ένα πανηγύρι. Όχι ότι δεν είχε κίνδυνο. Είχε και παραείχε, αλλά εμείς τραγουδούσαμε και πολεμούσαμε. Ήρθαν καλλιτέχνες, δημιουργοί, έπαιξαν εκεί μέσα. Θυμάμαι είχε έρθει ο Νίκος Ξυλούρης και μου λέει «Ρε φίλε, εμείς τι μπορούμε να κάνουμε;». Δεν ήρθε για να τραγουδήσει, αλλά να πάρει μέρος ενεργά. Ηδη είχε συμβάλει τα μέγιστα, άσε το Μαρκόπουλο. Δεν είναι μόνο αυτό. Εκεί μέσα πειστήκαμε και μεις ότι μπορούσαμε να πραγματώσουμε τα όνειρά μας, ήταν μια δημοκρατία, μια μεγάλη κομούνα, ξεφύγαμε από τα φοιτητικά αιτήματα που μαλώναμε μεταξύ μας και με άλλους. Γινόταν αντιπαράθεση ιδεολογική. Εκείνο το κάτω ήταν και πάνω, μια ανάταση ψυχής. Εκείνη τη στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι παίζουμε ένα πολιτικό ρόλο πλέον, γιατί δεν υπήρχαν κόμματα, ούτε πολιτικοί, δεν ήρθαν κοντά μας. Η άκρα Αριστερά είχε ιδέες και απόψεις ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τον καπιταλισμό, θέλαμε να οργανώσουμε μια ζωή ελεύθερη και φθάσαμε στο αποκορύφωμα να φτιάξουμε το ραδιοφωνικό σταθμό. Ο ραδιοφωνικός σταθμός έσπασε τη μοναξιά και την απόγνωση, την απομόνωση. Αυτό το παραμύθι όλοι στο Πολυτεχνείο και ο καθένας λέει εκ των υστέρων ήταν εκεί. Πού ήταν όλοι αυτοί; Αν ήταν θα ήμαστε χιλιάδες. Εκεί πέρα ήμαστε 4-5 χιλιάδες, η συμπαράσταση του κόσμου ήταν στην αρχή 5-6 χιλιάδες στην αρχή που έδινε τρόφιμα, λεφτά, ερχόταν με κίνδυνο της ζωής τους. Την δεύτερη μέρα ήρθαν περισσότεροι και φθάσαμε την Παρασκευή να έχουμε 50-60 χιλιάδες ανθρώπους που ήταν η ασπίδα προστασίας μας. Αυτοί την πλήρωσαν, αυτοί είχαν τα περισσότερα θύματα. Αυτά πρέπει να τα λέμε για να κάνουμε σωστή αποτίμηση, διότι αν δεν υπήρχε ο σταθμός να στείλει το μήνυμα της εξέγερσης και να το ακούσει όλη η Αθήνα, να περάσει στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, παντού. Ζητούσαμε συμπαράσταση και φωνάζαμε «Εργάτες, αγρότες και φοιτητές», γιατί μας ξεπερνούσε το βάρος της εξέγερσης. Φωνάζαμε «Λαέ, αφού πεινάς γιατί τους προσκυνάς», «Έξι χρόνια είναι πολλά, δε θα γίνουνε επτά», «Ή τώρα ή ποτέ». Είναι μια ιστορία εκπληκτική που ήταν όλες οι τάσεις μαζικά εκεί μέσα και δημιούργησαν ένα ανεπανάληπτο γεγονός, το οποίο σήμερα λειτουργεί ως πυξίδα ζωής για το μέλλον. Είναι ένας σταθμός ανεφοδιασμού για τους νέους σήμερα. Γιατί σήμερα δε μπορούν να συγκινούνται αυτά τα παιδιά με κάτι που δεν έζησαν, και όμως το νοσταλγούν, άρα είναι ελπίδα να κάνουν τα δικά τους πράγματα.
«Π»: Πώς συνδέεται το νόημα του Πολυτεχνείου του ʼ73 με το σήμερα;
Δημήτρης Παπαχρήστος: Ζούσαμε στο σκοτάδι και θέλαμε να μπούμε στο φως. Σήμερα ζούμε σʼ ένα άπλετο φως και πνιγόμαστε στο σκοτάδι. Τα παιδιά μου λένε «Τότε είχατε τη χούντα. Τώρα;». Τώρα έχουμε πολλές χούντες, γιʼ αυτό στρεφόμαστε ενάντια στη νέα τάξη πραγμάτων, σε μια παγκόσμια δικτατορία πλέον, με το Μπους που κάνει πολέμους, που επιβάλλει έναν πολιτισμό της βαρβαρότητας και της επιτάχυνσης, που μας απειλεί στο όνομα της τρομοκρατίας. Σήμερα θα διώκεται η σκέψη, θα είμαστε όλοι ύποπτοι, όχι γιατί είσαι κομουνιστής ή αναρχικός, αλλά γιατί είσαι επικίνδυνος τρομοκράτης. Όποιον θέλουν τον βαφτίζουν. Γιʼ αυτό επιμένω και φωνάζω περισσότερο. Γιατί τίποτα δεν τελειώνει στη χαμένη μας ζωή. Ό,τι έχει υπάρξει αληθινά θα το βρουν οι νέοι, οι οποίοι θέλουν να οπλιστούν με μνήμη και γνώση. Γιατί η μνήμη αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου και σε κάθε μορφή εξουσίας. Να είναι καλά αυτά τα παιδιά που έχουν πάρει τη σκυτάλη τώρα, γιατί τα είδα να ξεσηκώνονται και να κατεβαίνουν στους δρόμους. Αυτά τα παιδιά δεν είναι του Adidas και της βόλεψης, παρά το ότι είναι σε μια κοινωνία καταναλωτική και σύγχυσης και τα έχουν εξοντώσει με την επιτάχυνση και τον ανταγωνισμό. Αυτά τα παιδιά δε θα γίνουν Κωστοπουλάκια και Μαστοράκια. Κάπου θα ανακαλύψουν τα δικά μας παιδιά. Το Γιώργο τον Παυλάκη που παλεύει, που έφτιαξε το ιατρείο και έσωσε ζωές. Μας έχουν σημαδέψει αυτά τα γεγονότα, όχι για να τα διηγούμαστε και να κλαίμε με το παρελθόν, αλλά γιατί καθόρισαν τη ζωή μας, μας έδωσαν κι εμάς αξία, όπως δώσαμε και μεις νόημα σʼ αυτό που κάναμε. Αποδείξαμε ότι ήμαστε νέοι, ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα το όνειρο. Οι τελευταίες κουβέντες που είπα στο ραδιόφωνο ήταν «Ο αγώνας συνεχίζεται». Δυστυχώς για μένα πρέπει να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση, γιατί έχουμε νʼ αντιπαλέψουμε κινδύνους μεγαλύτερους, αλλά και αυτούς που έχουν ανανήψει, τους πρώην αριστερούς που λειτουργούν ως γενίτσαροι. Αυτοί θέλουν νʼ απαξιώσουν και το Πολυτεχνείο και εμάς και τα πάντα γιατί βλέπουν ότι είναι επικίνδυνο, είναι ένα γεγονός σαν αγκάθι στα μαλακά της υπνώζουσας κοινωνίας και όταν επανέρχεται και δεν ξεθωριάζει, ό,τι κι αν έχουν κάνει, όσο κι αν θέλουν να το ξεφτιλίσουν είτε με πρόσωπα, είτε με διαδηλώσεις που γίνονται παρατράγουδα, το Πολυτεχνείο θα μείνει στις καρδιές των νέων παιδιών.

