Ο Μάικλ Φασμπέντερ και η Κέιτ Γουίνσλετ είχαν διπλή παρουσία στο φετινό διαγωνισμό. Εκτός από το «Shame» και το «Carnage», πρωταγωνίστησαν στο «A dangerous method» και «Contagion» αντιστοίχως. Η πρώτη είναι μία από τις πιο ʽακαδημαϊκέςʼ ταινίες του Ντέιβιντ Κρόνεμπεργκ, που κερδίζει όμως από τις πολύ καλές ερμηνείες, τη φροντισμένη παραγωγή και το ενδιαφέρον θέμα που αφορά τη διαμάχη μεταξύ Φρόιντ και Γιουνγκ για τον έρωτα του δεύτερου με μία από τις ασθενείς του. Το «Contagion» είναι η πλαδαρή προσπάθεια του Στήβεν Σόντερμπεργκ να φτιάξει ένα επιδημιολογικό θρίλερ, που διαθέτει βέβαια ένα ικανότατο καστ, αλλά η αφήγηση στερείται σημαντικών διακυμάνσεων και αγωνίας, με τη λύση να προκύπτει εύκολα και αδιάφορα.
Στο «Poulet aux prunes» («Κοτόπουλο με δαμάσκηνα») η Μαρζάν Σατραπί και ο Βενσάν Παρονό του θαυμάσιου «Περσέπολις», συνεχίζουν τις ιστορίες από το οικογενειακό παρελθόν της πρώτης, με μια ιστορία που συνδυάζει τη ζωντανή δράση με το animation, για έναν φημισμένο βιολιστή στην Τεχεράνη στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, που καθηλώνεται στο κρεβάτι εξαιτίας της καταστροφής του αγαπημένου βιολιού του, και βυθίζεται σʼ ένα ταξίδι στο παρελθόν του. Μια μάλλον συνηθισμένη ταινία που φέρνει στο νου τα παρόμοια εικονογραφικά παιχνίδια του Ζαν-Πιέρ Ζενέ, αλλά ευτυχώς είναι εξίσου έξυπνη, ευρηματική και καλαίσθητη, υπηρετώντας την τρυφερότητα και τον ρομαντισμό της ιστορίας.
Κάτι που δεν κατάφερε να κάνει ακριβώς η Μαντόνα στη δεύτερη σκηνοθετική της απόπειρα, «W.E.», για την αληθινή σχέση του Εδουάρδου του 8ου της Αγγλίας και της Γουόλις Σίμσον για χάρη της οποίας εκείνος παραιτήθηκε από τον θρόνο το 1936. Η Μαντόνα μιμείται τον αισθητισμό του Τομ Φορντ (φετιχοποιημένη κομψότητα σε συνδυασμό με μελωδικό και πιασάρικο σάουντρακ- η σκηνοθέτρια προσέλαβε τον συνθέτη του «A single man» Άμπελ Κορζενιόφσκι ), άλλα σε αντίθεση μʼ εκείνον αδυνατεί νʼ αποδώσει το πάθος και τη συγκίνηση που θα ήθελε. Καλές στιγμές υπάρχουν (π.χ. η ακούσια αποκάλυψη της οικειότητας του ζεύγους στο δείπνο), η παραγωγή είναι πανέμορφη και οι γυναικείες ερμηνείες είναι πολύ καλύτερες από τις αντρικές, όμως το μοντάζ κατακερματίζει την αφήγηση, η σκηνοθεσία υπερβάλλει με κάθε ευκαιρία, και το σενάριο είναι γεμάτο από μελοδραματικά κλισέ.
Αντιθέτως, ο Αλ Πατσίνο σκηνοθέτησε το «Wilde Salome» και παρά την περιστασιακή αυταρέσκεια, κατάφερε να αυτοσαρκαστεί και να πείσει για την εμμονή του με τη «Σαλώμη» του Όσκαρ Γουάιλντ, την οποία ανέβασε στο θέατρο με πρωταγωνίστρια τη Τζέσικα Τσαστέιν, έπειτα επιχείρησε να φτιάξει μια κινηματογραφημένη εκδοχή της παράστασης και τελικά κατέληξε σʼ ένα ντοκιμαντέρ για τη συνολική δημιουργική διαδικασία της εξερεύνησης του έργου, όπως είχε κάνει και στο «Αναζητώντας τον Ρίτσαρντ» το 1996.

