
Της Αννας Κωνσταντουλάκη
Ολοένα και περισσότεροι Ηρακλειώτες οδηγούνται στο κρεβάτι του ψυχιάτρου για να αντιμετωπίσουν το άγχος, την κατάθλιψη και την αϋπνία που τους βασανίζουν. Εχει αυξηθεί η κατανάλωση αγχολυτικών και υπνωτικών χαπιών, ενώ ο χρόνος αναμονής για ραντεβού στο Κέντρο Ψυχικής Υγιεινής, που δεν μπορεί να καλύψει την αυξημένη ζήτηση, φθάνει πλέον τους 1,5-2 μήνες.
“Η έλλειψη της ελπίδας είναι αυτό που έχει οδηγήσει στις μέρες μας πάρα πολλούς ανθρώπους σε απόγνωση”, είπε στην “Π” ο αναπλ. καθηγητής Ψυχιατρικής Νίκος Παρίτσης, ο οποίος σημείωσε: “Σημαντική κατηγορία ανθρώπων έχει οδηγηθεί στην κατάθλιψη λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν και γιατί νιώθουν ενοχές για λάθη που πιστεύουν ότι έχουν κάνει, για παράδειγμα τη διαχείριση των χρημάτων τους, το προηγούμενο διάστημα. Ομως, πρέπει να βγουν από τον κυκεώνα των ενοχών και να μην κατηγορούν τον εαυτό τους, γιατί αυτό που ζούμε είναι μια εξέλιξη που δεν μπορούσαν να την προβλέψουν”.
Ο ψυχίατρος υπογράμμισε ακόμη ότι υπάρχει ο φόβος στο άμεσο μέλλον να χειροτερέψουν ακόμη περισσότερο τα πράγματα, ωστόσο τόνισε: “Αυτό που πρέπει να σκεφτόμαστε όλοι, είναι ότι θα έλθουν καλύτερες μέρες. Είναι λάθος να βουλιάζουμε στην απόγνωση χωρίς να προσπαθούμε να βλέπουμε με αισιοδοξία το αύριο”.
Αναμονή 1,5-2 μήνες για ραντεβού
Μεγάλη αύξηση στη ζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας καταγράφεται στο Ελληνικό Κέντρο Ψυχιατρικής Υγιεινής και Ερευνών του Ηρακλείου, με αποτέλεσμα τα ραντεβού να κλείνονται μετά από 1,5-2 μήνες.
Ο ψυχίατρος του Κέντρου Χάρης Μπάστας είπε στην “Π”: “Τα οικονομικά θέματα είναι πιεστικά για πολύ κόσμο”.
“Δεν μπορούμε να καλύψουμε τη ζήτηση για ραντεβού”
“Η ζήτηση των ραντεβού έχει αυξηθεί και ενώ η αναμονή ήταν 15-20 ημέρες, τώρα είναι 1,5-2 μήνες. Δεν έχουμε προσωπικό για να καλύψουμε τη μεγάλη ζήτηση που υπάρχει και πλέον δεν μπορούμε να καλύψουμε ούτε το θέμα της συνταγογράφησης, γιατί δεν υπάρχει σύμβαση με το δημόσιο κλπ. Τον τελευταίο χρόνο υπάρχει αυξητική τάση στη ζήτηση υπηρεσιών ψυχικής υγείας”, ανέφερε η ψυχαναλύτρια Γωγώ Χατζηαντωνίου-Φουντουλάκη, η οποία σχολίασε: “Αυτό που διαπιστώνουμε είναι ότι ο κόσμος διαχειρίζεται την καθημερινότητά του με βάση τις καταναλωτικές του ανάγκες και όχι τις αξίες της ζωής. Οι αξίες για τους περισσότερους είναι στα αντικείμενα και το γεγονός ότι τώρα κινδυνεύει να χάσει την καταναλωτική του δυνατότητα, τον μπλοκάρει και τον αποσυντονίζει. Ισως όλη αυτή η περιπέτεια μάς οδηγήσει σε κάτι αισιόδοξο που σχετίζεται όχι με τα υλικά αγαθά, αλλά με τις αξίες της ζωής”.

