
Υψηλότερες θερμοκρασίες, αύξηση του αριθμού των ημερών με υψηλό κίνδυνο πυρκαγιάς, μείωση των βροχοπτώσεων, άνοδος της στάθμης της θάλασσας, αναμένονται στην Ελλάδα, καθώς ο πλανήτης διανύει τον 21ο αιώνα με κλίμα, το οποίο αλλάζει εμφανώς.
Ότι καταστρέφουμε το πληρώνουμε!
Τις επιπτώσεις αυτών των κλιματικών αλλαγών σε σημαντικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, αλλά και σε συγκεκριμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας παρουσιάζει η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος «Οι περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα». Ταυτόχρονα, σε αυτή τη μελέτη, που είναι και η πρώτη ολοκληρωμένη σχετική προσπάθεια, συγκεκριμενοποιείται το κόστος στην ελληνική οικονομία αν δεν αναληφθεί δράση για τον περιορισμό των επιπτώσεων, το κόστος στην περίπτωση που αναληφθεί μερική δράση και τέλος, το κόστος στην περίπτωση που αναληφθεί συνεχής και συνεπής δράση για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Όλα αυτά, με χρονικό ορίζοντα το 2050 και το 2100.
Η ανθρωπογενής παρέμβαση στο κλίμα συνεπάγεται μείωση μεταξύ 5% και 19% των βροχοπτώσεων στην Ελλάδα, εκτιμούν οι μελετητές που εκπόνησαν την έκθεση. Αναμένουν επίσης αύξηση της θερμοκρασίας του αέρα κατά περίπου 3 βαθμούς Κελσίου έως 4,5 βαθμούς Κελσίου και αυτή η αύξηση θα είναι εντονότερη το καλοκαίρι και μεγαλύτερη στα ηπειρωτικά σε σύγκριση με τη νησιωτική Ελλάδα. Προκύπτει ότι στα ηπειρωτικά ο αριθμός των ημερών με μέγιστη θερμοκρασία πάνω από 35 βαθμούς Κελσίου θα είναι, την περίοδο 2071-2100, μεγαλύτερος κατά 35 έως 40 μέρες σε σχέση με σήμερα. Ακόμα μεγαλύτερη θα είναι η αύξηση -κατά περίπου 50 μέρες- του αριθμού των ημερών με ελάχιστη θερμοκρασία πάνω από 20 βαθμούς Κελσίου.
Στα τέλη του 21ου αιώνα αναμένεται αύξηση του αριθμού των ημερών με δυσφορία, δηλαδή συνδυασμού αυξημένης θερμοκρασίας και υγρασίας, ιδίως στα παράκτια και νησιωτικά συμπλέγματα, με ενδεχόμενο αντίκτυπο στην υγεία και τον τουρισμό (40 επιπλέον μέρες με δυσφορία στα παράκτια του Ιουνίου και τα Δωδεκάνησα, το 2071-2100). Ο εξαιρετικά αυξημένος κίνδυνος για πυρκαγιά εκτιμάται ότι αυξάνεται κατά 20 μέρες την περίοδο 2021-2050 και κατά 40 μέρες το 2071-2100, σε όλη την Ανατολική Ελλάδα, από τη Θράκη ως την Πελοπόννησο. Είναι προφανές ότι η αύξηση της θερμοκρασίας οδηγεί σε αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη το καλοκαίρι -έως και 40 περισσότερες μέρες με αυξημένη ανάγκη το 2071-2100- αλλά και σε μείωση της ενεργειακής απαίτησης για θέρμανση το χειμώνα, μείωση, που φθάνει τις 40 μέρες την ίδια περίοδο. Τέλος, από τους υπολογισμούς προκύπτει ότι θα υπάρξει άνοδος της μέσης στάθμης της θάλασσας από 0,2 ως και 2 μέτρα, το 2100.
Λιγότερο νερό στο έδαφος
Ο συνδυασμός της αναμενόμενης μείωσης των βροχοπτώσεων και της αύξησης της θερμοκρασίας σημαίνει μείωση του διαθέσιμου υδατικού δυναμικού και αύξηση της απώλειας νερού (εξάτμιση, φυτική διαπνοή κλπ) και της κατανάλωσης ύδατος (εντονότερη άρδευση, επιμήκυνση της αρδευτικής περιόδου, εντατικοποίηση και χρονική επιμήκυνση της οικιακής, τουριστικής, βιομηχανικής και άλλης χρήσης), εκτιμούν οι μελετητές. Συμπεραίνουν ότι, στο σύνολο της επικράτειας, οι τιμές του ύψους βροχής και του όγκου του νερού, που απορροφά το έδαφος, θα μειωθεί κατά 7% ως 8% την περίοδο 2021-2050 και κατά 18% ως 19% την περίοδο 2071-2100. Οι επιπτώσεις θα είναι πιο δυσχερείς στα υδατικά διαμερίσματα με μικρό βροχομετρικό δείκτη (κυρίως Νησιά Αιγαίου, Ανατολική Στερεά Ελλάδα, Ανατολική Πελοπόννησος) και μικρότερες στη Δυτική Ελλάδα, την Ηπειρο, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Για τη δεκαετία 2041-2050, το αθροιστικό κόστος της κλιματικής αλλαγής στον τομέα της ύδρευσης αντικατοπτρίζει ποσοστό 2,08% ως 2,18% του ελληνικού ΑΕΠ. Για τη δεκαετία 2091-2100, η μείωση του ΑΕΠ θα κυμανθεί μεταξύ 1,2% και 2,09%. «Βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι το γεγονός πως απαιτείται πλήρης εφαρμογή σχεδίου διαχείρισης και, κυρίως, συνειδητοποίηση ότι η Ελλάδα βρίσκεται, ήδη, σε κατάσταση μόνιμης και μη αντιστρεπτής λειψυδρίας», σημειώνεται στην έκθεση.
Θα πληγούν τα δάση
Η αναμενόμενη κλιματική μεταβολή θα επηρεάσει ιδιαίτερα τα δασικά οικοσυστήματα, διότι οι δυνατότητες τεχνικής παρέμβασης είναι πολύ περιορισμένες. Η συνολική άμεση ζημία σε υλικά αγαθά αναμένεται να ανέρχεται σε 200 ως 500 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο και προβλέπεται πολλαπλάσια στα άυλα αγαθά. Επιπλέον, με την άνοδο της θερμοκρασίας σε συνδυασμό με την αναμενόμενη ξηρασία, προβλέπεται αύξηση 10% ως 20% των πυρκαγιών. Κρίνεται επιβεβλημένη η σύνταξη του κλιματολόγιου, καθώς εκτιμάται ότι σε αυτή την περίπτωση θα μειωθούν τουλάχιστον κατά 50% οι πυρκαγιές (το 98% του συνόλου των πυρκαγιών είναι ανθρωπογενούς προέλευσης και το 56% οφείλεται σε εμπρησμούς με σκοπό την αλλαγή χρήσης γης και τις καταπατήσεις).
Ποικίλες οι επιδράσεις στις γεωργικές καλλιέργειες
Οι επιδράσεις της κλιματικής αλλαγής στις καλλιέργειες προβλέπεται να είναι περισσότερο ευνοϊκές στη βόρεια και δυτική Ελλάδα, ουδέτερες ως ελαφρά αρνητικές στην κεντρική Ελλάδα και αρνητικές στη νότια και τη νησιωτική Ελλάδα. Σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της παραγωγής θα παίξει η απώλεια εδάφους, που αναμένεται να φτάσει το 19%, το διάστημα 2040-2050 και το 38%, το διάστημα 2090-2100, της συνολικής καλλιεργήσιμης έκτασης στη χώρα. Στην περίπτωση ανόδου της θερμοκρασίας κατά 3,5 βαθμούς Κελσίου και αν εκδηλωθούν φαινόμενα ερημοποίησης, η συνολική ζημία μέχρι το 2100 θα ανέλθει σε 39,4 δισ. ευρώ ή 16,91% του ΑΕΠ (θα υπάρξει όφελος 7,64 δισ. ευρώ ή 3,28% του ΑΕΠ, αν δεν εκδηλωθούν φαινόμενα ερημοποίησης). Αν η θερμοκρασία ανέλθει κατά 4,5% βαθμούς Κελσίου, οι ζημίες στην περίπτωση φαινομένων ερημοποίησης αναμένεται να ανέλθουν σε 41,5 δισ. ευρώ ή 17,81% του ΑΕΠ (θα υπάρξει όφελος 6,8 δισ. ευρώ ή 2,92% του ΑΕΠ, αν δεν υπάρξουν φαινόμενα ερημοποίησης). Τέλος, στην περίπτωση ανόδου της θερμοκρασίας κατά 3,1 βαθμούς Κελσίου και αν εκδηλωθούν φαινόμενα ερημοποίησης η συνολική ζημία αναμένεται να ανέλθει μέχρι το 2100 σε 23,4 δισ. ευρώ ή 13,37% του ΑΕΠ ενώ, στην ενάντια περίπτωση, εκτιμάται ότι θα υπάρξει όφελος 31,1 δισ. ευρώ ή 13,37% του ΑΕΠ. Η έρευνα επικεντρώθηκε στις καλλιέργειες σίτου, βαμβακιού, αραβόσιτου, ελιάς και αμπέλου.

