Η εξέγερση του λαού κατά των κομμάτων και του παλατιού, το 1909

Το Κίνημα στο Γουδί και οι μεγάλες κινητοποιήσεις κατά της φαυλοκρατίας και των φόρων, που έφεραν τον Βενιζέλο στην πρωθυπουργία της Ελλάδας, τον Οκτώβριο του 1910


Του Αλέκου Α. Ανδρικάκη andrikakis@patris.gr

Τα όσα αυτή την περίοδο ζούμε στην Ελλάδα, με καταγγελίες κατά των πολιτικών, για κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος, φαυλοκρατία, με εξεγέρσεις πολιτών που ζητούν την πτώση του πολιτικού συστήματος, τη φυλάκιση εκείνων που έβαλαν χέρι στο δημόσιο ταμείο, διαμαρτυρίες για την υψηλή φορολόγηση και το στραγγαλισμό της χώρας από τα, με επαχθείς όρους, δάνεια του εξωτερικού, την οικονομική, και ουσιαστικά πολιτική κηδεμονία των ξένων, δεν είναι φαινόμενα πρωτόγνωρα.

Στο παρελθόν ανάλογες περιόδους έζησε αρκετές φορές η χώρα, με πιο χαρακτηριστική αυτή του ονομαζόμενου «Κινήματος στο Γουδί», όταν πρώτοι εξεγέρθηκαν πολλοί, πραγματικά πατριώτες, αξιωματικοί και στη συνέχεια ο ίδιος ο λαός. Η εξέγερση αυτή, που σημειώθηκε πριν από έναν περίπου αιώνα, οδήγησε τελικά στην αποκαθήλωση του παλαιού και διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος και έφερε στην πρωθυπουργία της χώρας, τον Οκτώβριο του 1910, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Στα τέλη της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα η Ελλάδα ήταν μια αδύναμη χώρα, χωρίς να μπορεί να ανταποκριθεί στον ιστορικό της ρόλο στην περιοχή, με τη φαυλοκρατία των παλαιών πολιτικών κομμάτων να συντρίβει κάθε προσπάθεια προόδου. Το «εθνικό ζήτημα» ήταν κυρίαρχο και συνδεόταν με την πορεία του Ανατολικού Ζητήματος και με τα «αλυτρωτικά οράματα», που παρέμεναν «ζωντανά», παρά την πρόσφατη, μόλις, ταπεινωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Κρητικό και Μακεδονικό αποτελούσαν τα κρίσιμα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, τα κοινωνικά προβλήματα, σε συνδυασμό με την οικονομική κατάσταση (πτώχευση, σταφιδική κρίση, Διεθνής Οικονομικός Ελεγχος), επέτεινε ένα γενικευμένο κλίμα δυσφορίας, που κατευθυνόταν εναντίον των κομμάτων, του στέμματος και της βασιλικής αυλής. Η εκδήλωση του κινήματος των Νεοτούρκων το 1908, που υποσχόταν ισοπολιτεία και ισονομία στις εθνότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και το συνακόλουθο κλίμα εκσυγχρονισμού δημιουργούσαν αυτομάτως σύγκριση με το «τέλμα» που υπήρχε στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα στις τάξεις του στρατού υπήρχε έντονη δυσαρέσκεια για την κατάληψη επιτελικών θέσεων από τους πρίγκιπες και της γενικής διοίκησης από τον Διάδοχο, καθώς και για τη σκανδαλώδη ευνοιοκρατία και τον νεποτισμό. Η ψήφιση το 1908 νόμου που καταργούσε τις δυνατότητες προαγωγής των υπαξιωματικών στους ανώτερους βαθμούς δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί ως ένα επιπλέον αίτιο που ώθησε ομάδες κατώτερων αξιωματικών σε συνωμοτική δράση.

Η Κρήτη με το ενωτικό ψήφισμα του Σεπτεμβρίου του 1908, είχε καταστεί περίπου αυτοδιοίκητη περιοχή, αναγκάζοντας αρχικά τον ύπατο αρμοστή Αλέξανδρο Ζαΐμη να παραιτηθεί και τις Προστάτιδες Δυνάμεις, τον Ιούλιο του 1909, να αποσύρουν τις στρατιωτικές τους δυνάμεις από το νησί, διατηρώντας μόνο ναυτικές στην περιοχή της Σούδας. Η Τουρκία αντιδρούσε σε όλα αυτά και απαιτούσε από τις ΜΕΔ να ξεκαθαρίσουν το θέμα της αυτονομίας, υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, όπως ήταν η αρχική μορφή του πολιτεύματος, το 1898. Μάλιστα απειλούσε με πόλεμο την Ελλάδα, θεωρώντας ότι είναι τρίτη δύναμη στην Κρήτη, χωρίς δικαίωμα ανάμειξης.

Το Κίνημα στο Γουδί

Η άθλια πολιτική κατάσταση στη χώρα οδήγησε κορυφαίους στρατιωτικούς να εξεγερθούν τη νύκτα της 14ης προς 15η Αυγούστου 1909. Ήταν το «κίνημα στο Γουδί» από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο με αρχηγό το συνταγματάρχη Νικόλαο Ζορμπά, με το οποίο οι επίλεκτοι αξιωματικοί ζήτησαν από τον τότε πρωθυπουργό Δημήτριο Ράλλη, ο οποίος στις 4 Ιουλίου είχε διαδεχθεί τον παραιτηθέντα Γεώργιο Θεοτόκη, την ανανέωση της πολιτικής ζωής, την αναδιοργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων, ώστε η χώρα να καταστεί πολεμικά αξιόμαχη, και την εκκαθάριση των κρατικών υπηρεσιών, οι οποίες είχαν διαφθαρεί από τη λειτουργία των παλαιών κομμάτων και τον ακόλαστο και ευτελισμένο, όπως χαρακτηριζόταν, κοινοβουλευτικό βίο. Στους στρατώνες στο Γουδί συγκεντρώθηκαν 449 αξιωματικοί και 2.546 οπλίτες μαζί με χωροφύλακες και πολίτες, καλώντας την κυβέρνηση να υιοθετήσει το πρόγραμμα του Συνδέσμου, που δεν διακρινόταν, πάντως, από επαναστατικά αιτήματα. Οι βασικές θέσεις του αφορούσαν αλλαγές στο στράτευμα, εξέφραζαν δηλαδή μάλλον επαγγελματικά συμφέροντα και εξοπλιστικά σχέδια, ενώ διατυπωνόταν μάλλον η ευχή για τις αλλαγές που έπρεπε να γίνουν στην εκπαίδευση, τη δικαιοσύνη, την οικονομία και τη διοίκηση. Ο Σύνδεσμος εξέφραζε απλώς τον πόθο του όπως «ο σχεδόν πενόμενος Ελληνικός λαός ν΄ ανακουφισθή εκ των επαχθών φόρων, ους ήδη καταβάλλει και οίτινες ασπλάχνως κατασπαταλώνται προς διατήρησιν πολυτελών και περιττών υπηρεσιών και υπαλλήλων, χάριν της απαισίας συναλλαγής». Δηλωνόταν εξάλλου κατηγορηματικά ότι στόχος δεν ήταν το πολίτευμα και ο βασιλιάς, ούτε η εγκαθίδρυση στρατιωτικής δικτατορίας.

Τα συλλαλητήρια

Τα αιτήματα των στρατιωτικών, που προβλήθηκαν με εντυπωσιακό τρόπο από τις εφημερίδες της εποχής, δεν εισακούστηκαν από την αυλή και τους πολιτικούς, αλλά γρήγορα έγιναν κτήμα του πενόμενου λαού. Ο αθηναϊκός και ο πειραϊκός λαός στις 14 Σεπτεμβρίου πραγματοποίησε ένα μεγάλο συλλαλητήριο στο Πεδίον του Άρεως, ενώ ανάλογα συλλαλητήρια πραγματοποιήθηκαν σε όλη τη χώρα. Οι εφημερίδες υπολόγισαν ότι στην Αθήνα οι συγκεντρωμένοι κυμάνθηκαν από 70.000 μέχρι 100.000. Οι διαδηλώσεις έδειξαν ότι το στρατιωτικό κίνημα είχε πάρει πλέον παλλαϊκή μορφή, με αίτημα την ανόρθωση του κράτους και την απομάκρυνση των παλαιών προσωποκεντρικών κομμάτων, τα οποία ο λαός θεωρούσε υπεύθυνα για τη φαυλοκρατία.

Η πρόσκληση στον Βενιζέλο

Το κίνημα και τα αιτήματά του δεν άφησαν ασυγκίνητη την Κρήτη, που και πάλι βρισκόταν σε ετοιμότητα για να διεκδικήσει την ένωση. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αρχηγός της αντιπολίτευσης τότε, χαιρέτισε την εξέγερση με άρθρα στην εφημερίδα «Κήρυξ» των Χανίων.

Ο ξεσηκωμός αυτός, εκτιμούσαν πολλοί, χρειαζόταν έναν πολιτικό ηγέτη για να πάρει την πολιτική μορφή που ήταν απαραίτητη, καθώς οι στρατιωτικοί από την ίδια τη θέση τους δεν θα μπορούσαν να σηκώσουν αυτό το βάρος. Κι αυτός ο ηγέτης, όπως πρώτος έγραψε ο Άγγλος δημοσιολόγος Δίλλων, ήταν ο Βενιζέλος, ο οποίος αρχικά απέφυγε την ενεργό ανάμειξη. Τον Δεκέμβριο του 1909 ο Ζορμπάς έστειλε στη Χαλέπα το λοχαγό Κονταράτο μαζί με μια πρόσκληση προς τον Βενιζέλο να μεταβεί στην Αθήνα και να συνομιλήσει με το Στρατιωτικό Σύνδεσμο. Ο αρχηγός του κινήματος ήθελε τις απόψεις του Κρητικού επαναστάτη και πολιτικού πιστεύοντας ότι θα τον έπειθε να αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη του ανορθωτικού αγώνα.

Ο Βενιζέλος πείστηκε τελικά να συναντηθεί με τους εκπροσώπους του κινήματος και στις 22 Δεκεμβρίου έστειλε στον Ζορμπά επιστολή, στην οποία ανέφερε:

«Χαλέπα 22 Δεκεμβρίου 1909

Προς τον Αρχηγόν του Στρατιωτικού Συνδέσμου και τα μέλη της διοικούσης τον Σύνδεσμον επιτροπής

Αξιότιμοι Κύριοι,

Έλαβον την επιστολήν την οποίαν μου εκάματε την τιμήν να μου πέμψητε δια του λοχαγού κ. Κονταράτου. Ως τίθεται προ εμού το ζήτημα εν τη επιστολή ταύτη, αρνητική κατʼ αρχήν απάντησις εκ μέρους μου δεν είναι επιτετραμμένη. Αλλά δεν δύναμαι, εξ άλλου, ουδέ κατʼ αρχήν να δηλώσω ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω την αρχήν, εφʼ όσον εγγυτέρα μελέτη της καταστάσεως δεν με πείση ότι το συμφέρον του Έθνους μου επιβάλλει τούτο ως επιτακτικόν καθήκον. Όπως δυνηθώ να προβώ εις την αναγκαίαν τούτου προκαταρκτικήν μελέτην, αναγκάζομαι να έλθω εις Αθήνας περί το τέλος της εβδομάδος, καίτοι επιμελώς απέφυγα μέχρι σήμερον το ταξείδιον τούτο και ήλπιζον ότι θα ηδυνάμην να αποφύγω αυτό μέχρι τέλους. Μετά του κ. Κονταράτου συνεννοήθην περί της ανάγκης όπως η έλευσις μου μείνη άγνωστος εις τους πολλούς, όσον το δυνατόν επί πλείονας ημέρας.

Μετά πάσης τιμής

Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος»

Πράγματι ο Βενιζέλος βρέθηκε στην Αθήνα στις 26 Δεκεμβρίου 1909. Η παρουσία του φυσικά δεν έμεινε μυστική, καθώς οι επαφές του δεν έγιναν μόνο με τους στρατιωτικούς του συνδέσμου, αλλά και με τους ηγέτες των πολιτικών κομμάτων. Οι εφημερίδες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, έγραφαν ακόμη και ότι πήγε στην Αθήνα προκειμένου να αρχίσει αγώνα κατά της βασιλείας. Ο Βενιζέλος αφού μίλησε αναλυτικά για την κατάσταση με την επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου, τάχθηκε υπέρ μιας αναθεωρητικής, κι όχι συντακτικής, βουλής καθώς, όπως έλεγε, δεν είχε στόχο να αλλάξει τα πάντα στο πολίτευμα. Με αυτό τον τρόπο καθησύχαζε και το παλάτι.

Τελικά ο Βενιζέλος δεν δέχτηκε τότε την ανάληψη της ευθύνης της χώρας, αλλά με δική του πρόταση ανατέθηκε η πρωθυπουργία στον Στέφανο Δραγούμη, σε μια κυβέρνηση που στήριξε και ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος, έχοντας ως υπουργό Άμυνας τον Νικόλαο Ζορμπά.

Ο Κρητικός πολιτικός επέστρεψε στο νησί, το Μάιο ανέλαβε την πρωθυπουργία του, αλλά λίγο μετά επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις πρώτες εκλογές για την αναθεωρητική βουλή, στις 8 Αυγούστου 1910, εκλέχτηκε πρώτος βουλευτής Αττικοβοιωτίας. Βουλευτές του ελληνικού κοινοβουλίου εκλέχτηκαν άλλοι 4 Κρήτες, σε μια συμβολική πολιτική κίνηση των Κρητών και των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, ώστε να εμφανιστούν τα δύο κοινοβούλια ενιαία. Εκτός από τον Βενιζέλο εκλέχτηκαν βουλευτές και οι άλλοι τέσσερις Κρήτες που εντάχθηκαν στους ελληνικούς συνδυασμούς: Αντώνιος Μιχελιδάκης, Μανούσος Κούνδουρος, Γεώργιος Παπαμαστοράκης και Χαράλαμπος Πωλογεώργης. Στην έκθεση των υποψηφιοτήτων αντέδρασε η Τουρκία, θεωρώντας casus belli τις πέντε υποψηφιότητες και δια στόματος του Μεγάλου Βεζύρη Χακή – βέη απείλησε ότι αν τελικά ήταν υποψήφιοι τότε θα καταλάμβανε τη Θεσσαλία.

Κάτω από αυτή την απειλή απέσυραν τις υποψηφιότητες τους οι Μιχελιδάκης, Κούνδουρος και Παπαμαστοράκης, ενώ παρέμειναν αυτές των Βενιζέλου και Πωλογεώργη οι οποίοι είχαν και την ελληνική υπηκοότητα. Από τα ψηφοδέλτια όμως δεν πρόλαβαν να σβηστούν τα ονόματα των 3. Έτσι εξελέγησαν και οι πέντε βουλευτές. Παρέμειναν όμως μόνο οι Βενιζέλος και Πωλογεώργης, ενώ οι άλλοι τρεις παραιτήθηκαν.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος παραιτήθηκε από τα αξιώματά του στην Κρήτη και στις 4 Σεπτεμβρίου 1910 βρέθηκε στην Αθήνα.

Η ομιλία στο Σύνταγμα

Στη 5 Σεπτεμβρίου εκφώνησε την πρώτη ομιλία του στο Σύνταγμα, με την οποία απέδειξε σε πανελλήνιο πλέον επίπεδο τις ηγετικές του ικανότητες. Ενώπιον χιλιάδων λαού έκανε τις πρώτες αναφορές του για την προσπάθεια να ανανεωθεί η πολιτική ζωή και να ανορθωθεί η χώρα. Χαρακτηριστικό σʼ αυτό το λόγο που εκφώνησε ήταν το γεγονός ότι ενώ μιλούσε σε ένα άγνωστο στον ίδιο κοινό, δεν δίστασε να διαφωνήσει μαζί του και να επιβάλλει τη δική του θέση: οι συγκεντρωμένοι ζητούσαν συντακτική βουλή και ο Βενιζέλος απαντούσε αναθεωρητική. Αυτό επαναλήφθηκε μερικές φορές, μέχρι που το πλήθος συνάχτηκε με την άποψη του ομιλητή.

Στις 6 Οκτωβρίου σχημάτισε την πρώτη του κυβέρνηση, αλλά για να ενισχύσει τη θέση του στο κοινοβούλιο παραιτήθηκε λίγες ημέρες αργότερα και ζήτησε από το βασιλιά Γεώργιο να προκηρύξει νέες εκλογές για αναθεωρητική βουλή. Στις 28 Νοεμβρίου 1910 οι Έλληνες ανέδειξαν στην πρωθυπουργία τον Βενιζέλο, δίνοντάς του 307 από τις 362 έδρες της βουλής.

Δημοσιεύομε στη επόμενη σελίδα, την προκήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου, που κυκοφόρησε από το Γουδί τη νύκτα 14 προς 15 Αυγούστου 1909, το ψήφισμα της μεγάλης διαδήλωσης στο Πεδίον του Άρεως και την ομιλία που έκανε στο Σύνταγμα, στις 5 Σεπτεμβρίου 1910, ο άρτι αφιχθείς από την Κρήτη Ελευθέριος Βενιζέλος, με την οποία επιβλήθηκε και ως δεινός ρήτορας στο πανελλήνιο.