Τις τελευταίες μέρες δύο είναι τα γεγονότα τα οποία έχουν προκαλέσει αίσθηση και έχουν γίνει αντικείμενο νομικού σχολιασμού σχετικά με τη δίκη της “17Ν”.

Το πρώτο αφορά τη δήλωση του προέδρου κ. Μιχ. Μαργαρίτη “περί πολιτικών κινήτρων” και “οραμάτων” των μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης “17Ν”, ο οποίος δήλωσε ότι “Δεν μπορεί να τους δικάσει ως κακοποιούς του κοινού δικαίου”.

Η δήλωση αυτή ήταν αναμενόμενο να ταράξει τα νερά δεδομένου ότι από την αρχή της δίκης το δικαστήριο αποφάσισε ότι τα εγκλήματα της “17Ν” δεν είναι πολιτικά και ότι πρόκειται για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου.

Η δήλωση αυτή του κ. Μαργαρίτη που δεν ήταν αναμενόμενη και πυροδότησε αντιδράσεις και από παράγοντες της δίκης, καταδεικνύει το γεγονός ότι αφενός μεν δεν κρίνει μονοδιάστατα την υπόθεση της “17Ν”, αφετέρου δε προβληματίζεται για το κίνητρο του κάθε κατηγορούμενου.

Οπως αφήνεται να εννοηθεί, κατά την επιμέτρηση της ποινής όσων εκ των κατηγορουμένων κριθούν ένοχοι, θα μετρήσει και το κίνητρο που τους οδήγησε στην πράξη, πράγμα που είναι σύμφωνο με το σύστημα δικαίου και με το Νόμο (άρθρο 79 Π.Κ).

Ο παραπάνω προβληματισμός και οι δηλώσεις του κ. Μαργαρίτη καταδεικνύουν το γεγονός ότι πράγματι οι κατηγορούμενοι της “17Ν” έχουν μια δίκαιη δίκη που όπως φαίνεται θα καταλήξει σε μια δίκαιη απόφαση, όπως περιμένουμε. Εγγύηση για τα παραπάνω αποτελούν οι δηλώσεις και οι προβληματισμοί αυτοί του κ. Μαργαρίτη.

Το δεύτερο αφορά την υπερασπιστική γραμμή-θεωρία την οποία παρουσίασε ο συνήγορος υπεράσπισης των Παύλου Σερίφη και Κώστα Καρατσώλη κ. Σοφός, σύμφωνα με την οποία ζητούν αν κριθούν ένοχοι να εφαρμοσθούν οι ευεργετικές διατάξεις που προβλέπει ο αντιτρομοκρατικός νόμος για αυτούς που συνεργάζονται με τις Αρχές.

Η υπερασπιστική θεωρία των 2 κατηγορουμένων έρχεται σε αντίθεση

α) με το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί έχουν ανακαλέσει τις πρώτες απολογίες τους,

β) με το γεγονός ότι ισχυρίζονται ότι δεν υπήρξαν ποτέ μέλη της “17Ν” και γ) με τον ίδιο τον αντιτρομοκρατικό νόμο και με τους σκοπούς του, δεδομένου ότι αυτός θεσπίστηκε για να δώσει κίνητρα σʼ ένα κατηγορούμενο να βοηθήσει στην εξάρθρωση μιας τρομοκρατικής οργάνωσης.

Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή οι δικαστές κατά την επιμέτρηση της ποινής θα πρέπει να λάβουν υπόψιν το “δώρο” που έχει κάνει ο κατηγορούμενος στις Αρχές, ακόμη κι αν έχει ανακαλέσει για οποιοδήποτε λόγο τις απολογίες του και υποστηρίζει άλλα.

Εν τέλει πάντως το δικαστήριο είναι το μόνο αρμόδιο για να αποφασίσει αν θα γίνει δεκτή αυτή η υπερασπιστική θεωρία.

Πάντως οι σκοποί και οι επιδιώξεις του αντιτρομοκρατικού νόμου θεωρώ ότι όχι μόνο δεν εκπληρώνονται αλλά και καταστρατηγούνται με βάση την παραπάνω υπερασπιστική θεωρία.

Ο αντιτρομοκρατικός νόμος θεσπίστηκε για να δώσει κίνητρα σʼ έναν κατηγορούμενο να βοηθήσει στην εξάλειψη μιας τρομοκρατικής οργάνωσης και δεν προσφέρεται για εκμετάλλευση από τον κάθε κατηγορούμενο προκειμένου μόνο να τύχει αυτός των ευεργετημάτων του νόμου.