“Εμπορική τις επιστολή εκ Βουκουρεστίου από 6 Απριλ. (εμπεριεχομένη εν τινι της Βιέννης εφημερίδι, der Wanderer) διηγείται σχεδόν ως ακολούθως την αρχήν και πρόοδον της επαναστάσεως εν τη Βλαχία και Μολδαυία.

Εξ ότου ετελεύτησεν ο τελευταίος αυθέντης, εκίνησε κάποιος Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος επανάστασιν των Πανδούρων, ήτοι εντοπίων στρατιωτών, και των χωριατών εν τη μικρά Βλαχία, το οποίον εδύνατο να διενεργήση τόσω ευκολώτερον, καθότι κατά τον τελευταίον πόλεμον εδιοίκει τούτους τους πανδούρους ως εθελοντάς. Η επανάστασις εξερράγη εις το Τζερνέτζι, και καθʼ ημέραν ηυξανεν ο αριθμός των στρατιωτών του, χωρίς όμως να προξενήση τούτο μεγάλην υποψίαν, επειδή οι άρχοντες εστοχάζοντο ευκολώτατον το να καταπαύσωσι ταύτην την επανάστασιν. Αυτη η αφροντισία διήρκεσεν έως των αρχών Μαρτίου, ότε οι άρχοντες βλέποντες την επέκτασιν ταύτης της επαναστάσεως εφοβήθησαν και εστειλαν ως χιλίους Αλβανούν εναντίον του Θεοδώρου Βλαδιμιρέσκου. Ομως εις μάτην επρόσμεναν να έλθη η είδησις περί της ήττας του, και τέλος έμαθον, ότι πολλοί Αλβανοί ηνώθησαν με αυτόν.

Τη 10 Μαρτ. ενταύθα την επανάστασιν εν τω Γαλάτζω, όπου οι Γραικοί, διοικούμενοι από κάποιον Βασίλειον Καραβίαν, εφόνευσαν πολλούς εκεί ευρισκόμενους Τούρκους, καθ ην ευκαιρίαν συνέβη και φωτία, ήτις έκαυσε μερικά εργαστήρια. Μετά τούτο επήγεν ο Καραβίας με περίπου 200 Γραικούς από το Γαλάτζον εις το Φωξάνι.

Τη 11 Μαρτ. έμαθον ότι ο υιός του αυθέντου Υψηλάντου, όσις εδούλευσεν εν τω Ρωσσικώ στρατεύματι και έχασεν ένα βραχίονα, ήλθεν αιφνιδίως από την Βεσσαραβίαν εις το Ιάσιον, και κινήσας εις αποστασίαν όλους τους Γραικούς, εκήρυξεν ότι θέλει να ελευθερώση τους Γραικούς από τη Οθωμανικήν εξουσίαν υπεσχέθη δε ευταξίαν και ασφάλειαν και εμήνυσεν, ότι στρατεύει δια το Βουκουρέστιον.

Ολαι αύται αι ειδήσεις προυξένησαν απερίγραπτον θόρυβον. Τη 12 Μαρτ. ήρχησαν οι εν αξιώμασιν άρχοντες να φεύγωσιν όπου εδύνοντο, και τούτους εμιμήθησαν και άλλοι ως εις 10 ημέρας έφυγον όλοι, όσοι εδυνήθησαν εύρωσιν αμάξια, εις το Κρονστάδτ.

Οι πραγματευταί έστειλαν τας πραγματείας των εις υπόγαια, εκκλησίας και μοναστήρια; Όλαι αι οικίαι και τα εργαστήρια αδειάσθησαν και κατεφράχθησαν. Οι άνθρωποι έφευγον εις τα πέριξ μοναστήρια ή εις το Κρονστάδτ και όσοι έμειναν εν Βουκουρεστίω, εκλείσθησαν εις τα χάνια και μοναστήρια, τα οποία είναι περικυκλωμένα από υψηλά τείχη. Εν ενι λόγω, η πόλις του Βουκουρεστίου, η οποία έχδει 80,000 εγκατοίκους, ωμοίαζεν από του νυν με έρημον. Ολαι αι υποθέσεις ήσαν νεκραί, και μόνον άρματα, μπαρούτι και μολύβια ηγοράζοντο. Ολοι αρματώθησαν, και οι ολίγοι, οι φαινόμενοι εις τους δρόμους άνθρωποι, ήσαν αρματωμένοι. Πολλοί χωριάται αρπαγής χάριν εστάθησαν εις τους βασιλικούς δρόμους και διήρπαζον και περιΰβριζον τους φεύγοντας απʼ εδώ με την περιουσίαν των εγκατοίκους, ώσε καθʼ ημέραν ηκούετο ότι εγυμνώνοντο εις τα έξω άνθρωποι, και πολλοί των φευγόντων υπέστρεψαν εις το Βουκουρέστιον γυμνοί και ελεεινώς περιΰβρισμένοι. Οι συναχθέντες εις τα χάνια και εις τα μοναστήρια άνθρωποι εγέμισαν τόσον αυτά, ώστε οι περισσότεροι έπρεπε να διατρίβωσιν υπʼ αιθρίω, ότι πολλοί ασθένησαν και απέθανον. Ούτος ο απερίγραπτος φόβος και θόρυβος διήρκεσε δέκα ημέρας, και ηυξήθη δια την πεσούσαν χιόνα και δια την πλημμύραν του ποταμού, εκ του οποίου εσκεπάσθη από το νερόν μέγα μέρος της πόλεως.

Τέλος πάντων έπαυσεν αύτη η μάσιξ, και οι άνθρωποι βλέποντες, ότι ούτε ο Θεόδωρος, ούτε ο Καραβίας και ο Υψηλάντης ήρχοντο, έλαβον θάρρος και πολλοί ύπεστρεψαν εις τας οικίας των, χωρίς όμως να γίνωνται υποθέσεις έως τώρα. Οι άνθρωποι περιφέρονται εις τους δρόμους αργοί, και καθʼ ημέραν επινοούνται και διασπείρονται νέα ψεύσματα. Μερικοί μείναντες ετι οπίσω άρχοντες και οι πληρεξούσιοι του νέου αυθέντου Καλλιμάχου, οι οποίοι ήλθον ταύτη τη στιγμή, δια να φυλάξωσι την πόλιν από ταραχάς και πυρκαϊάν, εμίσθωσαν πολλούς Αλβανούς, έκραξαν οπίσω τους εν τοις χωρίοις ευρισκομένους και επρόσταξον να διέρχονται την πόλιν πολλοί φύλακες. Τούτο δε διήρκεσεν έως της 29 Μαρτ. ότι οι καϊμακάμιδες του αυθέντου υπέστρεψαν εις την Τουρκίαν.

Τότε ανεχώρησαν ενταύθεν εις Κρονστάδτ και ο Αυστριακός Αγέντης και ο Ρωσσικός Κόνσουλος, και πολλοί Ρωσσικοί και Αυστριακοί υπήκοοι ανέχωρησαν παρομοίως.

Εκτοτε παρετηρήθη αναβρασμός τις μεταξύ των Γραικών, μεταξύ δε των εντοπίων κανείς τοιούτος. Εις τους δρόμους έβλεπέ τις ενίοτε ανθρώπους με την κοκάρδαν του Υψηλάντου. Τη 2 Απριλ. εκήρυξεν αιφνιδίως ο κήρυξ, ότι έπρεπεν οι άνθρωποι να κλείσωσι τας οικίας και να μένωσιν ήσυχοι. Την ιδίαν ημέραν περί την μεσημβρίαν, εμβήκεν ο Θεόδωρος Βλαδιμιρέσκος με σχεδόν 2000 ανθρώπους εις την πόλιν, και σταθείς με αυτούς εις αρχοντικήν αυλήν υποκάτω του μοναστηρίου της μητροπόλεως, εκήρυξεν, ότι οι πολίται και εγκάτοικοι ταύτης της πόλεως έπρεπε να συναχθώσιν επάνω του βουνού, επί τω οποίω κείται το ρηθέν μοναστήριον, δια να μάθωσι τον σκοπόν του ερχομού του εις το Βουκουρέστιον. Όθεν όλοι εδραμον εκεί, και ολίγοι τινες, επιθυμούντες να λαλήσωσι με τον Θεόδωρον αυτόν, εσυγχωρέθησαν εμπροσθέν του, τους οποίους εβεβαίωσεν, ότι κατά τον ερχομόν του δεν είχε σκοπόν αρπαγής ή άλλου τινός κακού.

Τα πράγματα έμειναν ουν ήσυχα, παρεκτός των γινομένων νυκτός τουφεκιών, έως της 4 Αρπιλ. ότι ίδομεν νέον θέαμα. Έλληνες καθωπλισμένοι νέοι δύο σημαίας, την μεν τρίβαρον εκ κοκκίνου, μαύρου και λευκού, την δε όλως λευκήν, και τας δύο όμως σημειωμένας με σταυρόν, και εις την πρώτην παριστάνοντο ο φοίνιξ και η γλαύξ.  Αύται αι σημαίαι περιεφέροντο εις τους δρόμους της πόλεως, ψαλλομένων ύμνων ελευθερίας. Ελληνες ιερείς συνώδευον αυτάς ενδεδυμένοι την ιερατικήν στολήν, και ότε εστήθησαν, έκαμαν πολύν κρότον και έρριψαν πολλάς τουφεκιάς προς τας οικίας των αρχόντων. Και ταύτα μεν έως τώρα, αδύνατον είναι δε να προϊδή τις έως που δύναται να καταντήση το πράγμα... Λέγουσιν, ότι οι  Τούρκοι ετοιμάζονται κατά πολλά, και θέλουσι να περάσωσι κατά ταύτας τας ημέρας τον Δανούβιον. Ο εν Κωνσταντινουπόλει Γραικικός πατριάρχης έστειλε προς τον ενταύθα μητροπολίτην ανάθημα ή αφορισμόν με παραγγελίαν να τον αναγνώση εις όλους τους αποστάτας κατά των Οθωμανικών”.