
Της Ευαγγ. Καρεκλάκη
Ποσό που υπερβαίνει τις 600.000 ευρώ επιδίκασε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου ως αποζημίωση για το φοβερό τροχαίο που είχε σημειωθεί το Μάιο του 2008 στην εθνική οδό Ηρακλείου-Μοιρών, όπου κινδύνευσε να ξεκληριστεί μία τετραμελής οικογένεια από την Αγία Βαρβάρα.
Ο 39χρονος πατέρας, Νεκτάριος Σεληνιωτάκης, βρήκε ακαριαίο θάνατο, ενώ ο 5χρονος, Κώστας, υπέκυψε στα βαρύτατα τραύματα του λίγες ημέρες αργότερα. Η 39χρονη μητέρα και η 2χρονη κορούλα τους μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο με σοβαρά τραύματα.
Στο δεύτερο εμπλεκόμενο αυτοκίνητο επέβαινε μία τριμελής οικογένεια, οι γονείς, ηλικίας 68 και 63 ετών αντίστοιχα και η κόρη τους, 41 ετών, οι οποίοι επίσης τραυματίστηκαν.
Μετά από σφοδρή δικαστική διαμάχη σε σχέση με την υπαιτιότητα, καταγγελίες και αιχμές, εντάσεις αλλά και συναισθηματικές «εκρήξεις», το αστικό δικαστήριο δικαίωσε την πλευρά της οικογένειας από την Αγία Βαρβάρα, αναγνωρίζοντας ότι την αποκλειστική υπαιτιότητα για την τραγωδία που εκτυλίχθηκε το μοιραίο βράδυ έχει ο 68χρονος οδηγός του δεύτερου οχήματος.
Με βάση το σκεπτικό της απόφασης που εξέδωσε το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, ο 68χρονος οδηγός επέδειξε αμελή συμπεριφορά με αποτέλεσμα να φέρει πλήρως την ευθύνη για την τραγωδία που ακολούθησε. Μάλιστα το δικαστήριο απορρίπτει ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς περί συνυπαιτιότητας του 39χρονου άνδρα.
Όπως αναφέρεται, ο θάνατος του 39χρονου επήλθε άμεσα και οφείλεται σε αιμορραγική καταπληξία συνεπεία τραυματικής ρήξης της θωρακικής αορτής. Το γεγονός ότι δεν φορούσε τη ζώνη ασφαλείας, σύμφωνα με το δικαστήριο, δεν αλλάζει το τραγικό αποτέλεσμα.
«Όπως προκύπτει από την σφοδρότητα της σύγκρουσης-το μπροστινό αριστερό μέρος του αυτοκινήτου παραμορφώθηκε εντελώς-ο θάνατος του προαναφερθέντος οδηγού θα είχε επέλθει ακόμα και με τη χρήση ζώνης ασφαλείας, λαμβανομένου υπόψη ότι η θέση του οδηγού δέχθηκε τον κύριο όγκο της σύγκρουσης και έτσι ο χώρος που προοριζόταν γιʼ αυτόν εκμηδενίστηκε».
Όσον αφορά στο αδικοχαμένο αγοράκι, το δικαστήριο επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς των εναγομένων, αποδεχόμενο ότι ο 5χρονος καθόταν στο ειδικό παιδικό κάθισμα που ήταν τοποθετημένο πίσω από τη θέση του οδηγού και ήταν δεμένο με ζώνη ασφαλείας.
Ο 5χρονος Κώστας μεταφέρθηκε στην ΜΕΘ Παίδων του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου με έντονο οίδημα και οξύ υποσκληρίδιο αιμάτωμα. Λόγω των σοβαρών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων κατέληξε δεκατέσσερις ημέρες μετά.
«Η οικογένεια Σεληνιωτάκη δικαιώθηκε πλήρως. Το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι την αποκλειστική υπαιτιότητα για το δυστύχημα φέρει ο δεύτερος οδηγός» δήλωσε ο δικηγόρος της τραγικής οικογένειας, Γιώργος Μερκουλίδης, ο οποίος ανέφερε ότι εκκρεμεί η εκδίκαση του ποινικού μέρους της υπόθεσης.
Δεν γυρίζουν πίσω
Συγκλονιστική ήταν η συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην «Π» η 39χρονη Χρυσάνθη Σεληνιωτάκη. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου συνιστά δικαίωση στη μνήμη του άνδρα της, όμως ο πόνος της είναι ανείπωτος. Ξέρει καλά ότι δεν θα ξαναδεί τον σύζυγο της αλλά ούτε και τον μονάκριβο γιο της. «Όσα χρήματα και να μου επιδικάσουν, ο πόνος δεν θα φύγει ποτέ από την ψυχή μου».
Για την 39χρονη ο χρόνος σταμάτησε το ξημέρωμα της 11ης Μαΐου. Λίγα λεπτά πριν μέσα στο αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η τετραμελής οικογένεια ακούγονταν μόνο παιδικές φωνές και γέλια. Επέστρεφαν στο σπίτι τους μετά από επίσκεψη σε φιλικό σπίτι. Ο μικρός καθόταν πίσω στο παιδικό κάθισμα. Εκείνη με τον άνδρα της μπροστά και στην αγκαλιά κρατούσε τη δίχρονη κορούλα τους.
Και ξαφνικά όλα ανατράπηκαν. Μέσα σε μία στιγμή. Η σύγκρουση. Ο εκκωφαντικός θόρυβος. Οι κραυγές. Το σοκ. «Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Δεν θυμάμαι πώς τα χέρια μου έφυγαν από τη μέση του μωρού και βρέθηκαν στο λαιμό του. Λιποθύμησα.
Κόντεψα να πνίξω το μωρό μου με τα ίδια μου τα χέρια. Τα σημάδια έφυγαν από το λαιμό του είκοσι ημέρες αργότερα. Έμαθα ότι έχασα τον άνδρα μου και το παιδί μου πολύ αργότερα. Μου το ανακοίνωσε μία ψυχολόγος μαζί με την κοινωνική λειτουργό».
Από την ημέρα εκείνη για την 39χρονη δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει χαρά. «Νιώθω το απόλυτο κενό. Έχασα τον άνδρα μου, το στήριγμα μου και το αγγελούδι μου, το Κωστάκι μου. Δεν αντέχω. Ξέρω ότι πρέπει να κάνω υπομονή και να βρω κουράγιο για το Λενιώ μου. Όμως δεν υπόσχομαι τίποτα.
Η ζωή μου έχει καταστραφεί. Νιώθω μόνη μου. Δεν αντέχω τον οίκτο και ας είναι καλοπροαίρετος. Διέλυσαν ένα γάμο έξι ετών. Θέλαμε να κάνουμε τρία παιδιά αλλά δεν προλάβαμε. Έχει ξεριζωθεί η καρδιά μου. Αυτό το παιδί το γέννησα και σήμερα το κλαίω κάθε μέρα πάνω από τον τάφο του. Ματώνει η καρδιά μου όταν ακούω τη μικρή να αναζητά τον αδερφό της για να παίξουν».

